«Καλημέρα. Ο Μίκης πήγε στο φως». Έτσι μου ανήγγειλε ένας γνωστός μου τον θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη στις 2 Σεπτεμβρίου 2021. Στην αρχή ξαφνιάστηκα. Παρόλο που ήταν κάτι που το περιμέναμε. Εμείς οι παλαιότεροι. Ο Μίκης λοιπόν πήγε στο φως, φως ο ίδιος. Κι εμείς οι παλαιότεροι, μείναμε στο σκοτάδι. Αυτό σκέφτηκα και με έπιασαν τα κλάματα. Αμέσως πήρα τηλέφωνο την συνεργάτιδά του και φίλη δημοσιογράφο. Ήμουν πολύ συγκινημένη. «Πήγε στο φως» της λέω. «Ναι, έφυγε. Είχε πολλά προβλήματα υγείας. Αλλά το κακό είναι ότι έφυγε μόνος του. Όλοι οι φίλοι του, οι σύντροφοί του, οι κοντινοί του άνθρωποι, είχαν φύγει ήδη.». Τέλος εποχής
Ο Μίκης είναι ένα σύμβολο. Και για μας τους παλαιότερους, που είχαμε ζήσει μέσα στη ζωή του, που η ζωή του και η δημιουργία του ήταν ένα κομμάτι της δικής μας ζωής.
Τέλος εποχής. Ο θάνατος του Μίκη ήταν η ταφόπλακα, η ταφόπλακα που σκεπάζει το σώμα του πολιτισμού μας.
Τέλος εποχής, ο θάνατος ενός ανθρώπου, η ζωή και η δράση του οποίου διαπερνά σαν ένα υφάδι ολόκληρη σχεδόν τη νεότερη ιστορία της χώρας μας.
Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ένα σύμβολο. Αλλά ήταν κι ένας άνθρωπος που ξεπετάχτηκε από τον ανθρώπινο σωρό και άπλωσε τα φτερά του και έφτασε με το πνεύμα του μέχρι τα πέρατα του κόσμου.
Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι η Ελλάδα. Η Ελλάδα του φωτός. Η Ελλάδα των μεγάλων ποιητών. Των μεγάλων δημιουργών που σαν τον φοίνικα αναγεννούνται από τις στάχτες τους. Ελύτης, Σεφέρης, Ρίτσος, Γκάτσος, Αναγνωστάκης. Σαν τον φοίνικα αναγεννήθηκε ο ελληνικός πολιτισμός μετά από δύο πολέμους, μια εθνική τραγωδία, έναν εμφύλιο και μια δικτατορία. Και τα φτερά του φοίνικα ήταν όλοι εκείνοι οι μεγάλοι δημιουργοί, οι άνθρωποι του πνεύματος, οι άνθρωποι των μεγάλων ανθρωπιστικών αξιών που δεν έχουν χρώμα, δεν έχουν τόπο και χρόνο.
Όμως τώρα είναι το τέλος εποχής. Τα ραδιόφωνα και οι τηλεοράσεις δεν έπαιζαν τα τραγούδια του Μίκη πριν τον θάνατό του, παρά ελάχιστα. Τέλος εποχής. Έβλεπες τα σημάδια του να κηλιδώνουν τον ουρανό της χώρας και τον ουρανό της ανθρωπότητας ολόκληρης.
Τέλος εποχής. Εμείς που ζήσαμε μέσα στην έξαρση των αγώνων, των εξεγέρσεων, των μεγάλων πνευματικών ανθρώπων και δημιουργών που ξεπετάχτηκαν μέσα από τις καταστροφές για να ποτίσουν ξανά τον τόπο μας, να μην τον αφήσουν να πεθάνει, είμαστε κατά κάποιον τρόπο τυχεροί.
Τέλος εποχής. Το μεγαλύτερο κομμάτι του εαυτού μας, του πολιτισμού μας, της κοινωνίας όπου ζήσαμε, των τόπων όπου περπατήσαμε, της πόλης όπου κατοικούσαμε, των φίλων, της παρέας, της ελευθερίας, της απελευθέρωσης, των ιδεών, των πανανθρώπινων αξιών, της ψυχής μας και της πατρίδας μας, έχει ήδη πεθάνει. Ένας φίλος μου έλεγε ότι το τέλος εποχής είχε συντελεστεί πολύ πριν από το θάνατο του Μίκη. Εκεί γύρω στη δεκαετία του ’80. Όμως εμείς δεν το γνωρίζαμε. Ίσως γιατί δεν είχαμε δει τα σημάδια. Ίσως γιατί πορευόμασταν από συνήθεια στα ίδια τα μονοπάτια της νιότης μας. Ίσως γιατί «πήραμε τη ζωή μας λάθος» και δεν «αλλάξαμε ζωή». Ίσως γιατί η ίδια η ζωή κάνει κύκλους και κλείνει με μια τελευταία κουκίδα αλλά εμείς είμαστε στο κέντρο και δεν το βλέπουμε…
Ίσως γιατί η ψυχούλα μας πετάει πάνω από την καθημερινή συνάφεια μαζί με τα φτερά του Μίκη και των μεγάλων δημιουργών του πνεύματος. Και μένει εκεί, μέσα σ’ αυτή τη φωλιά, σ’ αυτό το καταφύγιο. Και παρόλο που ψυχανεμιζόμαστε τις αλλαγές που συντελούνται και τον θάνατο που επέρχεται, δεν θέλουμε να το δεχτούμε.
Ο Μίκης είχε πει ότι «η μουσική μου είναι ο κισσός που αγκαλιάζει την πολιτική μου δράση». Η μουσική του μας έθρεψε και μας μεγάλωσε, κι άφησε ένα κομμάτι του νεαρού εαυτού μας άθικτο κι αμόλυντο, και πάντα ζωντανό.
Και πάντα θα είναι ζωντανό εκείνο το κομμάτι, μέχρι και το δικό μας θάνατο. Και θα ανατριχιάζουμε ακούγοντας την «Όμορφη πόλη», «του Μικρού βοριά», και θα μας πιάνουν τα κλάματα ακούγοντας τη μεγαλειώδη μουσική του «Άξιον Εστί».
Ο Μίκης ήταν ο άνθρωπος της δικής μας ιστορίας. Με το μεγαλείο του, και με τα ελαττώματά του. Με τους πόνους του και τα βάσανά του. Να κουβαλάει στην πλάτη του τα ελαττώματα, τους πόνους και τα βάσανα, όχι μόνο του λαού μας, αλλά και του κόσμου όλου.
Ακόμα και όταν εκείνος θα έχει ξεχαστεί, εμείς θα τον κουβαλάμε πάντα μέσα μας με θλίψη και νοσταλγία για έναν πολιτισμό που πεθαίνει…
































