Ανάμεσα σε καντήλια που τρεμοπαίζουν και ψιθύρους προσευχών, ο ταπεινός π. Κωνσταντίνος Κοντός στέκει φρουρός ενός μοναδικού θησαυρού.
Με λόγο ήρεμο, σχεδόν προσευχητικό, ξεναγεί τους επισκέπτες μπροστά στην ιερή εικόνα της Κοιμήσεως της Παναγίας, έργο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου – του Ελ Γκρέκο, του Κρητικού- που ζωγράφισε με το φως της ψυχής του την ένωση ουρανού και γης.
Στον ιερό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου μιλά για τη ζωή του μεγάλου ζωγράφου, για τα χρόνια της Κρήτης, αναφέρεται στη στιγμή που φιλοτέχνησε αυτή την εικόνα, στην αγιοσύνη που αποπνέει το βλέμμα της Παναγίας, στις μορφές των Αποστόλων που στέκουν γύρω της, βουτηγμένες σε φως μεταφυσικό.
Και έπειτα, μ’ εκείνη τη γαλήνιά του φωνή, αφηγείται το μακρύ ταξίδι του έργου μέσα στους αιώνες, ώσπου να βρει καταφύγιο στην Ερμούπολη σαν να την οδήγησε εδώ η ίδια η Θεοτόκος, για να συναντήσει ξανά τα παιδιά της. Οι λέξεις του είναι προσευχή και δοξολογία.
Κι όταν τελειώνει, μια σιωπή απλώνεται. Οι επισκέπτες μένουν για λίγο ακίνητοι, με μάτια υγρά. Κι ύστερα, σχεδόν αυθόρμητα, ξεσπούν σε χειροκρότημα. Ένα χειροκρότημα γεμάτο ευγνωμοσύνη , όχι μόνο για τον μεγάλο ζωγράφο, αλλά και για τον ταπεινό ιερέα που, χωρίς τυμπανοκρουσίες, γίνεται γέφυρα ανάμεσα στην τέχνη και το θείο, στην ιστορία και στην ψυχή του ανθρώπου.
Μα εκείνος χαμηλώνει το βλέμμα, κάνει το σημείο του σταυρού και χαμογελά.
Γιατί γνωρίζει πως η συγκίνηση δεν ανήκει σ’ αυτόν, ανήκει στην Παναγία, και στο φως που δεν σβήνει ποτέ.































