Όταν πρωτοήρθα στη Σύρο, τη γύρισα με το μηχανάκι μιας φίλης μου, όλο τον παραλιακό δρόμο. Και χάζευα τα τοπωνύμια που έβλεπα στις ταμπέλες. Γαλησσάς, Ντελαγκράτσια, Φοίνικας, Παρακοπή. Και ξαφνικά, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Γιατί αυτά τα ονόματα, τα είχα ακούσει στον «ύμνο» της Σύρου, στο τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη, τη Φραγκοσυριανή. Η οποία παίζεται σήμερα από πολλούς μουσικούς διεθνώς. Και θαύμασα. Διότι δεν ήξερα ότι αυτά τα ονόματα του τραγουδιού ήταν τοπωνύμια πραγματικά, ότι υπήρχαν, είχαν σάρκα και οστά, ήταν τόποι και τοπία και χωριά και παραλίες.

Ήξερα τον Βαμβακάρη, τον τραγουδούσαμε φοιτητές στις ταβέρνες, όλοι μαζί, τον άκουγα στα δισκάκια, τότε που το ρεμπέτικο είχε επιτέλους αποκατασταθεί και είχε βγει από το περιθώριο της «υποκουλτούρας». Για να μην τα πολυλογώ, ο Μάρκος μου ήταν γνωστός και γνώριμος. Η ύπαρξή του κατά κάποιον τρόπο προϋπήρξε για μένα της Σύρου, για την οποία δεν γνώριζα απολύτως τίποτα.

Από τότε, ήρθα και ξαναήρθα στο νησί, ώσπου έγινα μόνιμη και νόμιμη κάτοικος-έκανα και μεταδημότευση για να μπορώ να συμμετέχω στα κοινά. Η Σύρος έγινε και δικιά μου πατρίδα, κάπως σαν ένα υιοθετημένο παιδί που η μάνα του το λατρεύει περισσότερο κι από το φυσικό της τέκνο.

Έτσι δεν καταλαβαίνω τον εμφύλιο που έχει ξεσπάσει για το άγαλμα του Μάρκου. Να μπει ή να μην μπει. Ταιριάζει ή δεν ταιριάζει στην κουλτούρα του τόπου. Είναι ή δεν είναι υπερβολή. Είμαι σίγουρη πως αν μπορούσε να μιλήσει ο μακαρίτης, θα έλεγε, «ωχ βρε αδερφέ, τι με νοιάζει, κάντε ότι θέλετε, δεν με ενδιαφέρει». Το ίδιο λέω κι εγώ. Δεν έχω τίποτα με τα αγάλματα. Αν είναι όμορφα, δεν με ενοχλούν καθόλου. Ακόμα κι εκείνα που κάποιος θεωρεί ότι δεν ταιριάζουν με τις ιδεολογικές του απόψεις. Όσο για τις κουλτούρες, μου αρέσουν όλες, όταν μιλούν στην καρδούλα μου, στο μυαλό και στην ψυχή μου, όταν έχουν να μου δώσουν κάτι που με αγγίζει, κάτι ουσιαστικό και ενδιαφέρον. Κι όταν δεν είναι σκοταδιστικές και ξεπερασμένες.

Και τι άραγε σημαίνει αυτό, ότι δεν ταιριάζει ο Βαμβακάρης στην κουλτούρα του τόπου; Δηλαδή τι ταιριάζει; Η όπερα; Το ροκ; Η δημοτική μουσική; Η έντεχνη; Και γιατί άραγε δεν ταιριάζει το ρεμπέτικο, πατέρας του οποίου υπήρξε ο συριανός Μάρκος; Όλα ταιριάζουν, φτάνει να λένε κάτι, να μην είναι υποκουλτούρα και σκουπίδια. Γιατί περιτριγυριζόμαστε από τέτοια.

Έχω ακούσει και κάποιους να λένε ότι ο Μάρκος δεν ήταν και τόσο καλός άνθρωπος, ότι ήταν κατά κάποιον τρόπο «υποκοσμιακός». Πιστεύω κατ’ αρχήν πως αυτή η νοοτροπία είναι τουλάχιστον ξεπερασμένη. Και κατά δεύτερον, ότι θα πρέπει να ξεχωρίζουμε την προσωπικότητα του καλλιτέχνη από το έργο του. Όπως ξεχωρίζουμε το γονιό από το παιδί του.

Πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες στο παρελθόν έχουν συκοφαντηθεί ή έχουν ριχτεί στην πυρά, επειδή δεν άρεσαν στο εκάστοτε κατεστημένο, στην εκάστοτε ηθική, πολιτική ή ιδεολογική άποψη. Ακόμα και μεγάλοι νομπελίστες ποιητές μας έχουν υποστεί συκοφαντίες, λέγανε πολλά για τον Σεφέρη , για τον Ελύτη, για τον Καζαντζάκη, αλλά και για μεγάλους διεθνείς καλλιτέχνες προηγούμενων αιώνων, οι οποίοι μάλιστα είχαν διωχθεί και φυλακιστεί για αξιόποινες πράξεις, όπως ο Ντε Σαντ, και άλλοι ων ουκ έστιν αριθμός. Ο Τσάρλι Τσάπλιν είχε πάει φυλακή επειδή καταδικάστηκε ως «παιδόφιλος», για τον Πικάσο λέγανε για τον αυταρχικό και αλαζονικό χαρακτήρα του, ο Νταλί είναι γνωστό ότι ήταν δηλωμένος θιασώτης του Φράνκο. Όμως τα έργα αυτών των θηρίων της τέχνης και του πολιτισμού, έμειναν αιώνια μαζί με τα ονόματα των πατεράδων τους.

Έτσι λοιπόν ο πατέρας του ρεμπέτικου που αποτέλεσε τη βάση της λαϊκής μας μουσικής, δεν έχει ανάγκη από άλλη καταξίωση παρά μόνο από την διαχρονική αγάπη που του έχει ο λαός μας και όχι μόνον. Η πατρίδα του η Σύρος, οφείλει να τον τιμήσει όπως του πρέπει. Ήδη αυτό το κάνει ο Σταύρος Ξαρχάκος ως ένας άξιος διάδοχος που με τη Μεγάλη του Μάρκου Σχολή του μεταλαμπαδεύει την παράδοση και την κουλτούρα του ρεμπέτικου και του πατριάρχη.

Να τον τιμήσει, με, ή χωρίς ανδριάντα.