«Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

-Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.

-Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών

-Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.

-Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων» (Οδυσσέας Ελύτης, «Άξιον Εστί»-ανάγνωσμα έκτο, Προφητικόν)

Βλέπω τα αρχαία δάση να καίγονται απ’ άκρη σ’ άκρη και τα ζούδια να τρέχουν να κρυφτούν σκληρίζοντας.

Βλέπω τις στάχτες και τ’ αποκαΐδια να γίνονται βορά των πολιτικών, των καταπατητών, των εμπόρων των εθνών, των real estate, των τραπεζών, των ελίτ όπου γης.

Βλέπω τους ανθρώπους να τρώνε με βουλιμία τη γη, να χτίζουν βίλες και πισίνες, να αγκαλιάζουν ηδονικά το τιμόνι των αυτοκινήτων τους, με τις αμαξάρες να οργώνουν τα δρομάκια των νησιών, οι εξατμίσεις να ξερνούν θολό καπνό και να σκούζουν οι κόρνες σφάζοντας τον ήχο του ανέμου και την ησυχία του ουρανού.

Βλέπω τους φτωχούς να κρύβονται πίσω από τις κάμερες των τηλεοράσεων, κουλουριασμένους μέσα στα μικρά κλουβιά των πόλεων, αγκαλιά με μηχανές αναζήτησης.

Βλέπω πολέμους να ξεσπούν παντού και μνήμες παλαιών πολέμων να εξατμίζονται μαζί μα τα κορμιά των αρχαίων νεκρών.

Βλέπω το τρεχαλητό της πείνας, της αρρώστιας, του κρύου να ακούγεται από τα στόματα των  μεγάλων ηγετών και των μεγάλων δυνάμεων.

Βλέπω καινούργιες μηχανές θανάτου να ξεφυτρώνουν εκεί όπου ήταν τα χωριά των ανθρώπων, οι παραλίες, τα πάρκα, οι κήποι και τα άλση και εικόνες μανιταριών να φουσκώνουν στον αέρα, σκεπάζοντας με στάχτη τα έργα των ανθρώπων.

Βλέπω τις θάλασσες να ξερνούν ανθρώπινα σκουπίδια, ψάρια και κοράλλια να κείτονται νεκρά στους βυθούς και στις ακτές.

Βλέπω τα ποτάμια και τις λίμνες να στερεύουν και την έρημο να μεγαλώνει και ανθρώπους να πεθαίνουν από τη δίψα.

Βλέπω τα όμορφα χωριά να καίγονται με όμορφη εκκένωση 112, και τα λευκά σπιτάκια στα νησιά να γίνονται ξενοδοχεία all inclusive και τους κατοίκους των νησιών και των χωριών να ξεπουλούν τη ζωή τους στον τουρίστα airBnB.

Βλέπω τα μποστάνια με τις κολοκυθιές και τις ντοματιές και τις φασολιές και τα κουκιά και τα πεπόνια και τα αγγουράκια να ξεριζώνονται για να γίνουνε πισίνες ξένων σατράπηδων.

Βλέπω ορδές τουριστών να ξεχύνονται στα σοκάκια, στα μαγαζιά, στις παραλίες, να τρώνε, να πίνουν, να μεθούν και να ασχημονούν και η ζωή των κατοίκων να τους γελάει κατάμουτρα, σαρκαστικά, με αλλήθωρα μάτια.

Βλέπω θάλασσες από λαμαρίνες ΙΧ να θολώνουν την ατμόσφαιρα, να ποδοπατούν τους πεζούς, με τους οδηγούς να κορνάρουν ή να πατάνε φρένο παρά τρίχα, αδιάφορα.

Βλέπω τις ταβέρνες με το χταποδάκι στα κάρβουνα και τα ψαράκια, το μαριδάκι, τα μπαρμπούνια, τις νοστιμιές της ελληνικής φύσης, να γίνονται μεζεδοπωλεία, γκουρμέ restaurant, καφέ μπαρ, και fast food.

Βλέπω στις παραλίες να γαζώνουν τους ήχους της θάλασσας και του κύματος οι εκρηκτικοί κρότοι μουσικών αλλότριων και σκυλοροκ και τους νέους έξαλλους κουφούς να χορεύουν τρελά στα beach party.

Βλέπω το τοπίο με τα λοφάκια στα νησιά να πληγώνεται από νεόδμητες οικοδομές rooms to let βίλλες προς ενοικίαση τα καλοκαίρια.

Βλέπω φοιτητές, γιατρούς, νοσοκόμους, καθηγητές, να ψάχνουν για μια τρύπα στα νησιά της χώρας μου και να κοιμούνται στο τέλος σε σκηνές.

Βλέπω σκουπίδια πλαστικά σκορπισμένα παντού, σπασμένα κάγκελα και παγκάκια, βρύσες σπιτιών που στερεύουν από νερό λόγω υπερπληθυσμού τα καλοκαίρια.

Βλέπω τους νέους να γίνονται δούλοι ξένων επισκεπτών, επενδυτών και εμπόρων, κι άλλους πολλούς να φεύγουν στα ξένα αφήνοντας πίσω τους γονείς, τους παππούδες και τις γιαγιάδες, τους αγαπημένους, τον ήλιο, το φως, τη θάλασσα, τον ουρανό, την αρμονία της φύσης στην πανέμορφη χώρα τους, που πωλείται σαν ένα κομμάτι κρέας, κομμάτι κομμάτι, σιγά σιγά, γρήγορα γρήγορα, έτσι ώστε κανείς δεν θα το καταλάβει τελικά, ότι την έχασε την όμορφη χώρα του και το όμορφο έρημο χωριό του.

Βλέπω στο τέλος, πως μόνον εσύ μας μένεις, εξόριστε ποιητή, να γιατρεύεις τις πληγές μας.