«Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ’ όλα αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια, χωρίς διακοπή και μ’ ελάχιστες αλλαγές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση αντιστοιχεί και στην υλικοπνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου… Πέραν από τα όρια της τεχνικής, οφείλαμε να φτάσουμε σε μια σύνθεση που από το ένα μέρος να αναχωνεύει τα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης και από το άλλο να εκφράζει τα κοινωνικά και ψυχολογικά αιτήματα της εποχής μας. Με άλλα λόγια, να φτάσουμε να προβάλουμε τον τύπο του «Ευρωπαίου Έλληνα». (από την ομιλία του Οδυσσέα Ελύτη στην Ακαδημία της Στοκχόλμης για την απονομή του Νόμπελ)

Η τέχνη πρέπει να ταξιδεύει. Κάθε μορφή της, κάθε ίχνος της, οφείλει να επεκτείνεται πέρα από τα όρια του δημιουργού, να κυλάει έξω από τα όρια του «εγώ», όπως το κύμα της θάλασσας.

Υπάρχουν, είναι σίγουρο, πολλοί άνθρωποι, ακόμα και στη χώρα μας, που γράφουν, ζωγραφίζουν, συνθέτουν μουσική, χορεύουν, τραγουδούν. Άγνωστοι και ανώνυμοι άνθρωποι. Λίγοι είναι αυτοί που ξεχωρίζουν, έτσι κι αλλιώς, και σηκώνονται ένα κεφάλι ψηλότερα από τους υπόλοιπους.

Η χώρα μας, δυστυχώς, όπως υπαινίσσεται και ο Οδυσσέας Ελύτης στην προαναφερόμενη ομιλία του, έχει μια μοναδικότητα, που είναι ταυτόχρονα προτέρημα και ελάττωμα μαζί. Είμαστε η χώρα της ομορφιάς και της ιστορίας, είμαστε μια μικρή χώρα, τοπικά, και τεράστια χρονικά. Ο ίδιος ο Ελύτης, αυτό εννοεί όταν λέει «Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας».

Ο Οδυσσέας Ελύτης, δεν θα είχε γίνει ποτέ αυτό που έγινε, αν η ποίησή του δεν είχε ταξιδέψει εκτός των συνόρων μας. Και φυσικά, αν δεν είχε πάρει το Νόμπελ. Το ίδιο και ο Σεφέρης. Αλλά και ο Θεοδωράκης, και ο Χατζηδάκης και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες και δημιουργοί, μπορεί να μας ήταν άγνωστοι, αν δεν είχαν ταξιδέψει στο εξωτερικό και δη στην Ευρώπη. Έτσι λοιπόν, γίνεται ιστορικά αυτό το πάρε-δώσε, εξαγωγή και επανεισαγωγή πολιτισμού. Αυτό, στη γλωσσολογία, λέγεται «αντιδάνειο».

Η χώρα μας είναι μικρή τοπικά. Και μεγάλη χρονικά. Πόσο μάλλον αυτό το νησί που κατοικούμε, η Σύρος.

Η Σύρος, που θέλει να λέγεται και να είναι η αρχόντισσα του πολιτισμού.

Και θα μπορούσε, πράγματι, να είναι. Όμως ας μην κοροϊδευόμαστε. Αν η πολιτιστική Σύρος δεν ταξιδέψει, δεν βγει έξω από τα στενά σύνορα του τόπου της, δεν θα έχει ποτέ την ευκαιρία να διατρανωθεί και να καταξιωθεί ως τέτοια.

Και τι εννοώ με αυτό: H Σύρος έχει ένα μεγάλο και αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό που ασχολείται με την τέχνη και τον πολιτισμό. Έχει δηλαδή ντόπιο πολιτισμό, ο οποίος, κατά τη γνώμη μου πάντα, δεν έχει αξιοποιηθεί επαρκώς.

Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Ξαρχάκου. Ο μεγάλος συνθέτης, ήρθε και τυχαία άκουσε τα παιδιά να παίζουν και να τραγουδούν ρεμπέτικα στη σκηνή του θεάτρου «Απόλλων». Και τι έκανε; Πήρε αυτή τη μαγιά και την έκανε πνευματικό ψωμί. Και αρχίζει αυτό το πνευματικό παιδί, να ταξιδεύει, έξω από τα όρια του νησιού μας.

Υπάρχουν στη Σύρο πάρα πολλοί και εξαιρετικοί ντόπιοι καλλιτέχνες. Ζουν και δημιουργούν σ’ αυτό το μικρό νησί. Δεν θέλω να αναφέρω ονόματα, γιατί σίγουρα κάποιον ή κάποιους θα ξεχάσω.

Συζητώντας γι αυτό το θέμα με έναν φίλο καλλιτέχνη, ιδιαίτερα αγαπητό και δημοφιλή και αξιόλογο, συμφωνήσαμε και οι δύο, ότι ίσως θα έπρεπε όλο αυτό το δημιουργικό δυναμικό να σπάσει το κέλυφος του ατομισμού και του «εγώ» και να συγκροτήσει μια ομάδα που θα ανοίξει τα φτερά της έξω από την Σύρο, και γιατί όχι, κι έξω από την Ελλάδα. Υπάρχουν εδώ τέσσερεις-πέντε θεατρικές ομάδες. Υπάρχουν αρκετοί και ιδιαίτερα αξιόλογοι εικαστικοί καλλιτέχνες. Υπάρχουν συγγραφείς και μουσικοί και συνθέτες. Το έργο των οποίων αναλώνεται «εις τα καθ’ ημάς». Μεταξύ μας δηλαδή.

Είναι κρίμα. Ενωθείτε, αγαπημένοι καλλιτέχνες και δημιουργοί, σε μια ομάδα, σε έναν συνεταιρισμό, σε μια συλλογικότητα και εργαστείτε μαζί, για να ανοίξουν τα φτερά σας και να ταξιδέψει η τέχνη σας εκτός συνόρων. Μόνον έτσι θα τραφεί το σώμα της δημιουργίας. Και πού ξέρεις; Αυτό το ταξίδι μπορεί να σας βγάλει πολύ μακρύτερα από ότι μπορείτε να φανταστείτε…