«Η πολεοδομική μελέτη της Ερμούπολης, όπως και πολλές άλλες προσπάθειες χωροταξικού σχεδιασμού στην πατρίδα μας, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αδυναμίας του Ελληνικού Κράτους να σχεδιάζει εκ των προτέρων, ώστε να μην έρχεται εκ των υστέρων να αντιμετωπίζει τα προβλήματα που προκύπτουν…» (από κείμενο του Συλλόγου Μελετητών Μηχανικών Σύρου-Ερμούπολης)
Σε όλα τα ευνομούμενα κράτη του κόσμου, υπάρχουν εδώ και εκατονταετίες νόμοι, κανονισμοί και ρυθμίσεις που διέπουν την αρχιτεκτονική, πολεοδομική και συνεπώς κοινωνική οργάνωση των πόλεων, των χωριών, των πρωτευουσών, της επαρχίας κάθε χώρας. Η πολεοδομία, η χωροταξία, οι χρήσεις γης, είναι τα απαραίτητα εργαλεία για κάθε κράτος, έθνος, χώρα, ώστε η ζωή των κατοίκων να είναι εύρυθμη, όσο γίνεται πιο απλή και ομαλή. Εδώ και εκατονταετίες, τα κράτη γνωρίζουν και ελέγχουν πού, πώς και πότε θα χτιστεί τι, από τα ιδιόκτητα σπίτια, κατοικίες, οικοδομήματα, μέχρι τα δημοσίου συμφέροντος κτίσματα η οικοδόμηση των οποίων ανήκει στην αρμοδιότητα του κράτους. Έτσι δημιουργήθηκαν οι μεγάλες πρωτεύουσες της Ευρώπης μετά τον μεσαίωνα, το Παρίσι-το πολεοδομικό του οποίου έκανε ο Ναπολέων-, η Ρώμη, το Λονδίνο, αλλά και οι επαρχιακές πόλεις και χωριά της κάθε χώρας.
Αυτό σημαίνει ότι υπήρχε ήδη από τον 17ο αιώνα χωροταξικό, πολεοδομικό, ρυθμιστικό και ρυμοτομικό σχέδιο, αφού πρώτα δημιουργήθηκε το κτηματολόγιο, δασολόγιο, δημοσιολόγιο, που σημαίνει ότι είχε γίνει η καταγραφή των ιδιοκτησιών της ιδιωτικής και δημόσιας γης.
Στην Ελλάδα, μετά τον Όθωνα, τον Τσίλερ και τους άλλους ξένους γερμανούς και ιταλούς αρχιτέκτονες που σχεδίασαν και εκτέλεσαν το πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, της Πάτρας, του Ναυπλίου και άλλων μεγάλων πόλεων, τα πράγματα αφέθηκαν στην τύχη τους. Στην νεώτερη μεταπολεμική Ελλάδα, άνθισε το περιβόητο και καταστροφικό μοντέλο της αντιπαροχής. Με την αστυφιλία, κάθε οικοπεδάκι, σπιτάκι, παράγκα που ανήκε σε ιδιώτες, δόθηκε στο κράτος και στη θέση τους χτίστηκαν οι πολυκατοικιάρες, που μεγάλοι αρχιτέκτονες χαρακτηρίζουν ως το πιο απάνθρωπο οικοδόμημα όλων των εποχών.
Έπειτα, η συνέχεια του χαοτικού δράματος της Ελλάδας ήταν μοιραία. Εφευρέθηκε η ελληνική πατέντα των αυθαιρέτων που δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο. Καθένας μπορούσε-κι ακόμη μπορεί- να χτίζει οπουδήποτε οτιδήποτε, ανάλογα με τα γούστα και τα συμφέροντά του. Η αυθαίρετη και παράνομη δόμηση είναι πλέον γεγονός. Και τα κόλπα, οι τρύπες , τα παραθυράκια των νόμων, οι λαμογιές και οι απατεωνίες στο χώρο της δόμησης, με την αγαστή αδιαφορία ή και συνενοχή των κρατικών δομών-βλέπε πολεοδομίες-είναι απίστευτα.
Έγινε πριν από μια εικοσαετία η πρώτη απόπειρα για τη δημιουργία κτηματολογίου. Κάποια στιγμή σταμάτησε και άρχισε ξανά πριν από λίγα μόλις χρόνια. Ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί. Οι δασικοί χάρτες μετά μυρίων κόπων και βασάνων τώρα μόλις αρχίζουν να αναρτούνται, με αποτέλεσμα τα καταχτισμένα δάση να εξαφανίζονται. Αλλά το χειρότερο είναι ότι δεν υπάρχει δημοσιολόγιο, πράγμα που σημαίνει ότι το κράτος δεν γνωρίζει ποια, πού και πόση είναι η δημόσια γη που κατέχει!!!
Αυτό το αλαλούμ, επικρατεί στα περισσότερα νησιά μας, που δεν διαθέτουν τίποτε από όλα αυτά, ούτε βέβαια πολεοδομικό και χωροταξικό σχέδιο.
Έτσι λοιπόν, ο θόρυβος που γίνεται για το νέο πολεοδομικό της Ερμούπολης, είναι για το τίποτα, ή τουλάχιστον έχει σχέση με την ανεργία του κλάδου των μηχανικών και αρχιτεκτόνων, αφού με την κρίση έχει σταματήσει κάθε οικοδομική δραστηριότητα. Και κατά την ταπεινή μας γνώμη, καλά κάνει και έχει σταματήσει, μπας και σωθούν κάποια κομματάκια πολύτιμης γης, μπας και γλυτώσουν οι ομορφιές της φύσης που αποτελεί το μεγάλο ατού αυτής της χώρας.
Όμως η καταστροφή έχει ήδη συντελεστεί και είναι μη αναστρέψιμη. Τα μεγάλα αρχοντικά της Ερμούπολης εγκαταλείπονται, ερειπώνονται και γκρεμίζονται, αφήνοντας πίσω τους σκόνη και θάνατο. Γιατί οι πόλεις, τα σπίτια, τα κτήρια, τα μνημεία, είναι η ζωντανή μας ιστορία, το αποτύπωμά μας πάνω στον τόπο μας.
Αντί λοιπόν να κλαίμε και να οδυρόμαστε για το νέο πολεοδομικό, με την εφαρμογή του οποίου θα χτιστούν κάποιες πολυκατοικίες με την αύξηση του συντελεστή δόμησης στις υποβαθμισμένες περιοχές της Ερμούπολης, θα ήταν καλύτερα να πάμε όλοι στο Υπουργείο Πολιτισμού και να απαιτήσουμε κονδύλια για τη διατήρηση της μεγάλης πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Γιατί μόνο αυτή μας έχει απομείνει.































