«Το μάρκετινγκ προορισμού θα εξακολουθήσει να έχει την κύρια ευθύνη να χτίσει τη ουσία του προορισμού  – μια συναρπαστική, διακριτική, δελεαστική προσφορά – για μια αγορά που δικαιώνει την λαχτάρα τελικά για απόδραση σε κάτι νέο και διαφορετικό, φυσικά, πολιτιστικά και γεωγραφικά. Αλλά αυτό το συνήθως δεκτικό ακροατήριο θα χρειαστεί εγγυήσεις, δεδομένης της υγείας και οι ανησυχίες για την ασφάλεια θα είναι στο μυαλό. Και αυτή η επιθυμία μπορεί να χρειαστεί χρόνος για να υλοποιηθεί». (από άρθρο του Γιώργου Ιωαννίδη, Ειδικού Αναδυόμενων Αγορών Τουρισμού, στον ΛΟΓΟ).

Κάποτε, στα αρχαία χρόνια, τα ταξίδια εξυπηρετούσαν χρηστικές ανάγκες. Οι άνθρωποι ταξίδευαν με πρωτόγονα μέσα, διακινδυνεύοντας ακόμα και τη ζωή τους, για λόγους επιβίωσης, για εμπορικούς λόγους, και αργότερα για κατακτητικούς, επεκτατικούς, σκοπούς. Οι ανάγκες οδήγησαν τους πρωτοπόρους εξερευνητές, τον Μαγγελάνο, τον Μάρκο Πόλο, κ.α., στην ανακάλυψη νέων κερδοφόρων και ακατοίκητων εκτάσεων, αν και τα μακρινά ταξίδια χρονολογούνται ακόμα και από τα πρώιμα χρόνια του ανθρώπινου πολιτισμού-από την απαρχή της παρουσίας του homo sapiens.

Αργότερα, υπήρχαν οι περιηγητές, οι οποίοι ταξίδευαν σε εξωτικούς και άγνωστους τόπους για να εμπλουτίσουν τις γνώσεις τους.

Σήμερα, έχουμε τον τουρισμό. Τι είναι αλήθεια ο τουρισμός; Και τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να θέλουν να ταξιδέψουν σε άλλες χώρες; Μια προφανής απάντηση, είναι η περιέργεια, αυτή η έμφυτη παρόρμηση του ανθρώπινου εγκεφάλου.

Σύμφωνα με την άποψη ενός νέου σοφού της σύγχρονης εποχής μας, του Yuval Noah Harari, την οποίαν αναφέρει στο βιβλίο του «Sapiens»- που έγινε διεθνές best seller-, ο τουρισμός ανήκει στη σφαίρα του «ρομαντικού καταναλωτισμού» που διέπει τον σύγχρονο homo sapiens.

«Ο ρομαντισμός που ενθαρρύνει την ποικιλία, συνδέεται τέλεια με τον καταναλωτισμό» αναφέρει στο εν λόγω βιβλίο. «Από το γάμο τους έχει γεννηθεί η ατελείωτη «αγορά εμπειριών», στην οποία βασίζεται η σύγχρονη τουριστική βιομηχανία. Η τουριστική βιομηχανία δεν πουλάει αεροπορικά εισιτήρια ή δωμάτια σε ξενοδοχεία. Πουλάει εμπειρίες. Το ταξίδι δεν αντανακλά κάποια ανεξάρτητη επιθυμία, αλλά-αντίθετα-τη βαθιά πίστη στους μύθους του  ρομαντικού καταναλωτισμού… Ένας πλούσιος άντρας στην αρχαία Αίγυπτο δεν θα είχε διανοηθεί ποτέ να ξεπεράσει μια κρίση στη σχέση του πηγαίνοντας με τη γυναίκα του διακοπές στη Βαβυλώνα. Αντίθετα, μπορεί να της είχε χτίσει τον πολυτελή τάφο που πάντα ήθελε…».

Στις μέρες μας, η τουριστική βιομηχανία είναι μια από τις πλέον επικερδείς αγορές στην διεθνή-και παγκοσμιοποιημένη-οικονομία. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας προ covid19, ο τομέας του τουρισμού παρουσίασε ραγδαία ανάπτυξη σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το 2018 καταγράφηκαν 1,4 δισ. διεθνείς τουριστικές αφίξεις, ο μεγαλύτερος αριθμός όλων των εποχών, όπως ανακοίνωσε ο Παγκόσμιος Οργανισμού Τουρισμού. Το νούμερο των αφίξεων ήταν κατά 6% μεγαλύτερο από το 2017. Αυτό σημαίνει πως 1,4 δισ. άνθρωποι ταξίδεψαν στο εξωτερικό, πολλοί για επαγγελματικούς λόγους, αλλά οι περισσότεροι για διακοπές.  Η χρηματική αξία του τουρισμού αποτιμάται σε περίπου 1,7 τρισ. δολάρια, το 2% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Όλα αυτά, όταν το 1950 υπήρχαν μόνο 25 εκατομμύρια διεθνείς τουρίστες παγκοσμίως. Το 1970 το αντίστοιχο νούμερο ήταν 166 εκατομμύρια και το 1990, 435 εκατομμύρια.

Ο κορωνοϊός ήρθε και, ανάμεσα σε άλλες επιπτώσεις, επέφερε την μείωση του παγκόσμιου αυτού κύματος μαζικών μετακινήσεων. Ωστόσο, ήδη από πριν, η ραγδαία αυτή εξάπλωση του τουρισμού είχε αρχίσει να αποκτά τη μορφή λαίλαπας, που σάρωνε μεγάλες χώρες, πόλεις και τόπους, οι οποίοι είχαν μπει στον χάρτη των μεγαλύτερων τουριστικών προορισμών διεθνώς. Το γεγονός αυτό προκάλεσε μάλιστα μαζικές διαμαρτυρίες από την πλευρά των «αυτοχθόνων» περιοχών που πλήττονταν από τον mega-τουρισμό, όπως σε πόλεις της Ιταλίας- Φλωρεντία, Βενετία- όπου οι κάτοικοι  ξεσηκώθηκαν καταγγέλλοντας την διάλυση των κοινωνιών τους εξ αιτίας του τεράστιου τουριστικού ρεύματος που έφτανε στις πόλεις τους. Ακόμα και στην Ελλάδα, ένα χρόνο πριν από την έλευση του κορωνοϊού, στη Σαντορίνη είχε αρχίσει να φουντώνει ένα κύμα δυσαρέσκειας για τον mega-τουρισμό που οδηγούσε στα ύψη τις τιμές προϊόντων και ακινήτων και είχε αρχίσει να κάνει αβίωτο τον βίο του ντόπιου πληθυσμού του νησιού.

Ίσως λοιπόν, η πανδημία του κορωνοϊού να επιφέρει μια  ισορροπία σ’ αυτή τη μαζική «τρέλλα» του περιφερόμενου τουρίστα, ο οποίος για να ικανοποιήσει τον «ρομαντικό καταναλωτισμό» του, πρέπει να ταξιδέψει σε διάφορες εξωτικές χώρες, και να φτάσει μέχρι το Μπακού, τα Γκαλαπάγκος και το Τσερνομπίλ.

Επομένως, «ουδέν κακόν αμιγές καλού»…