Η δημοσιοποίηση του δείκτη έρχεται σε μία συγκυρία που το κόστος υγείας αυξάνεται, οι δαπάνες περίθαλψης καταγράφουν ανοδική πορεία και οι ασφαλιστικές εταιρείες υποστηρίζουν ότι οι αναπροσαρμογές στα ασφάλιστρα αποτελούν αναγκαία συνθήκη για τη διατήρηση της βιωσιμότητας των προγραμμάτων υγείας.


 

Το βλέμμα της ασφαλιστικής αγοράς στρέφεται αύριο στην Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), η οποία ανακοινώνει τον Ετήσιο Δείκτη Αναπροσαρμογής (ΕΔΑ) για τις μακροχρόνιες ασφαλίσεις υγείας. Πρόκειται για έναν δείκτη που θεσπίστηκε με στόχο να αποτελέσει ένα αντικειμενικό σημείο αναφοράς για τις μελλοντικές αναπροσαρμογές ασφαλίστρων, περιορίζοντας τις αμφισβητήσεις και ενισχύοντας τη διαφάνεια σε μια αγορά που τα τελευταία χρόνια βρέθηκε επανειλημμένα στο επίκεντρο έντονων αντιπαραθέσεων μεταξύ ασφαλιστικών εταιρειών, καταναλωτών και κρατικών αρχών.

Η δημοσιοποίηση του δείκτη έρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία. Το κόστος υγείας αυξάνεται, οι δαπάνες περίθαλψης καταγράφουν ανοδική πορεία και οι ασφαλιστικές εταιρείες υποστηρίζουν ότι οι αναπροσαρμογές στα ασφάλιστρα αποτελούν αναγκαία συνθήκη για τη διατήρηση της βιωσιμότητας των προγραμμάτων υγείας. Από την άλλη πλευρά, χιλιάδες ασφαλισμένοι, κυρίως κάτοχοι παλαιών ισόβιων συμβολαίων, εκφράζουν συστηματικά παράπονα για αυξήσεις που συχνά θεωρούν αδικαιολόγητες ή ανεπαρκώς τεκμηριωμένες.

Η θέσπιση του ΕΔΑ φιλοδοξεί να δημιουργήσει ένα πιο σαφές και προβλέψιμο πλαίσιο. Ωστόσο, η ύπαρξη ενός δείκτη, όσο σημαντικός κι αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει την προστασία των καταναλωτών. Το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει είναι ποιος και με ποιον τρόπο θα διασφαλίζει ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες εφαρμόζουν ορθά τις προβλέψεις του νόμου, χρησιμοποιούν τον δείκτη με διαφάνεια και ενημερώνουν επαρκώς τους ασφαλισμένους για τις μεταβολές στα ασφάλιστρά τους.

Θα επιβληθούν κυρώσεις;

Σε αυτό ακριβώς το σημείο εισέρχεται στο προσκήνιο η Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή. Η νέα Αρχή καλείται να αναλάβει έναν ρόλο ιδιαίτερα απαιτητικό: να λειτουργήσει ως θεματοφύλακας της διαφάνειας σε έναν τομέα που διαχειρίζεται συμβόλαια μακράς διάρκειας και οικονομικές υποχρεώσεις που μπορεί να συνοδεύουν έναν ασφαλισμένο για δεκαετίες.

Οι πρώτες ενδείξεις, ωστόσο, έχουν προκαλέσει προβληματισμό. Πρόσφατα η Αρχή ολοκλήρωσε έλεγχο σε 11 ασφαλιστικές εταιρείες σχετικά με τις αυξήσεις που ανακοινώθηκαν στα συμβόλαια υγείας. Από τα στοιχεία προέκυψε ότι οι αναπροσαρμογές κινήθηκαν κατά μέσο όρο κοντά στο 8%, ενώ παράλληλα διαπιστώθηκαν σοβαρές αδυναμίες ως προς την πληροφόρηση των ασφαλισμένων. Η ίδια η Αρχή σημείωσε ότι σε αρκετές περιπτώσεις δεν υπήρχε σαφής διαχωρισμός των παραγόντων που οδήγησαν στην αύξηση του ασφαλίστρου, ενώ οι ενημερωτικές επιστολές δεν περιλάμβαναν πάντα βασικά στοιχεία, όπως το ακριβές ποσοστό αύξησης, το παλαιό και το νέο ασφάλιστρο ή τη μεθοδολογία υπολογισμού.

Παρά τις διαπιστώσεις αυτές, η Αρχή δεν προχώρησε στην επιβολή κυρώσεων. Αντίθετα, περιορίστηκε στην καταγραφή των στοιχείων και στην παροχή συστάσεων προς τις ασφαλιστικές εταιρείες, καλώντας τες να βελτιώσουν την τεκμηρίωση και τη διαφάνεια των αναπροσαρμογών τους.

Η επιλογή αυτή έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις από ενώσεις καταναλωτών και νομικούς που παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στον κλάδο. Όπως επισημαίνουν, η προκάτοχος της νέας Αρχής, η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, είχε ακολουθήσει στο παρελθόν σαφώς πιο αυστηρή γραμμή, επιβάλλοντας σημαντικά πρόστιμα σε ασφαλιστικές εταιρείες για παραβιάσεις των κανόνων διαφάνειας.

Μάλιστα, η πρόσφατη απόφαση 2196/2025 του Συμβουλίου της Επικρατείας θεωρείται από πολλούς ως ένα ισχυρό νομικό εργαλείο στα χέρια της Αρχής. Το Ανώτατο Δικαστήριο ξεκαθάρισε ότι οι ρήτρες αναπροσαρμογής στα ασφαλιστήρια συμβόλαια είναι νόμιμες μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις διαφάνειας και ενημέρωσης. Με απλά λόγια, οι ασφαλιστικές εταιρείες μπορούν να αυξάνουν τα ασφάλιστρα, αλλά οφείλουν να εξηγούν με σαφήνεια γιατί το κάνουν και πώς προκύπτει κάθε μεταβολή.

Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν η Ανεξάρτητη Αρχή θα επιλέξει να αξιοποιήσει ενεργά αυτό το θεσμικό και νομολογιακό οπλοστάσιο ή αν θα παραμείνει σε έναν περισσότερο συμβουλευτικό και παρατηρητικό ρόλο. Η αποτελεσματικότητα μιας εποπτικής αρχής δεν κρίνεται μόνο από την ικανότητά της να συλλέγει στοιχεία και να δημοσιεύει εκθέσεις, αλλά και από τη βούλησή της να επιβάλλει τους κανόνες όταν διαπιστώνονται παραβάσεις.

Η πρόκληση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν ληφθεί υπόψη ότι ο νέος δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ αναμένεται να χρησιμοποιηθεί τα επόμενα χρόνια ως βασικό σημείο αναφοράς για τις αυξήσεις ασφαλίστρων. Αν η εφαρμογή του δεν συνοδεύεται από αυστηρό έλεγχο, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν νέες γκρίζες ζώνες, παρά τη θεσμική προσπάθεια για περισσότερη διαφάνεια.

Πηγή: Θανάσης Κουκάκης/dnews.gr