Η ιδέα της δημιουργίας ενός μνημείου για τους αφανείς Συριανούς ναυτικούς και γενικά για όσους έχασαν τη ζωή τους στη θάλασσα, αν και προϋπήρχε από πολλών ετών, εκφράστηκε για πρώτη φορά από τον επιφανή ιστορικό Ανδρέα Θ. Δρακάκη με άρθρο του στην εφημερίδα «Θάρρος» αμέσως μετά το ναυάγιο του φορτηγού  «Ακτή» της  Εταιρείας «Κάσσος ΑΕ.» των Νικολάου και Μηνά Ρεθύμνη, Μιχαήλ Πνευματικού και Στάθη Γιανναγά, τον Δεκέμβριο του  1938, στο οποίο πνίγηκαν 16 από τα 32 μέλη του πληρώματος και η σύζυγος του Πρώτου Μηχανικού, όλοι Συριανοί. Σύμφωνα με άλλες πηγές, το θέμα του μνημείου ανέκυψε πολύ παλαιότερα, μετά το ναυάγιο του ατμοπλοίου «Ελπίς» της «Νέας Ελληνικής Ατμοπλοΐας», το οποίο χάθηκε αύτανδρο στον Εύξεινο Πόντο το 1905.

 

Του Κώστα Καπούτσου (Μηχανικός)

Ο Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος, η Κατοχή, αλλά και τα σοβαρά προβλήματα που ταλάνιζαν την επόμενη δεκαετία  τη Σύρο,  τα οποία  αφορούσαν την ίδια της  την επιβίωση,  δεν επέτρεψαν την  υλοποίηση της ιδέας του Δρακάκη.

Το ζήτημα ανακινήθηκε και πάλι πολύ αργότερα, στο μέσον της δεκαετίας του 1960, όταν με ενέργειες του τότε Δημάρχου Σταύρου Βαφία παραχωρήθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών η έκταση όπου βρίσκονταν τα ερείπια των  αποθηκών σμύριδας, στην τοποθεσία Νησάκι. Ο χώρος, αρχικά με πόρους του Δήμου, και αργότερα  με πιστώσεις από το Υπουργείο Δημοσίων έργων, διαμορφώθηκε σταδιακά σε πλατεία με σχέδια του αρχιτέκτονα Μιχαήλ Τσιρώνη.

Το 1969, μετά την αποπεράτωση της πλατείας, ο Δήμαρχος εισηγήθηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο τη διενέργεια εράνου μεταξύ των Συριανών ναυτικών για τη συγκέντρωση του αναγκαίου ποσού με στόχο την κατασκευή ενός Μνημείου αφιερωμένου στους αφανείς Συριανούς ναυτικούς, πρόταση η οποία έγινε αμέσως δεκτή. Παράλληλα αποφασίστηκε η διενέργεια πανελλήνιου καλλιτεχνικού διαγωνισμού για τη φιλοτέχνησή του, εφόσον τα οικονομικά του Δήμου θα το επέτρεπαν.

Εν τω μεταξύ, η πλατεία που είχε δημιουργηθεί είχε ονομαστεί, άτυπα, «Πλατεία Αφανούς Ναύτου» και έτσι αναφερόταν παντού  στον τοπικό Τύπο αλλά και στις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου.

Στον χώρο αυτόν, στο πλαίσιο της Ναυτικής Εβδομάδος, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, γίνονταν τελετές  στη μνήμη των χαμένων ναυτικών και ρίψεις στεφάνων στη θάλασσα από τις Αρχές του Τόπου, Φορείς καθώς και Οργανώσεις, με τη συνοδεία της Φιλαρμονικής του Δήμου.

Στην τελετή που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1969, ο Δήμαρχος Ερμουπόλεως Σταύρος Βαφίας, από τον εξώστη του νεότευκτου τότε εντευκτηρίου του Ν.Ο.Σ., κήρυξε την έναρξη του εράνου, στον οποίον πρώτος ο Δήμος συνεισέφερε το ποσόν των 50.000 δρχ. και επιπλέον άλλες 50.000 δρχ. για τα βραβεία του καλλιτεχνικού διαγωνισμού που επρόκειτο να προκηρυχθεί. Ο έρανος τέθηκε υπό την προστασία του τότε Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, όμως τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα. Συνολικά συγκεντρώθηκαν 180.000 έως 200.000 δρχ., ποσόν το οποίο δεν επαρκούσε για την κατασκευή του Μνημείου.

Τον Οκτώβριο του 1969 οι αδελφοί Ιωάννης, Αλέξανδρος και Λεωνίδας Γουλανδρής, οι οποίοι μόλις πριν από λίγες ημέρες  είχαν αγοράσει το «Νεώριον» από τους αδελφούς Ρεθύμνη, συνεισέφεραν αρχικά το ποσόν των 500.000 δρχ. και αργότερα προσφέρθηκαν να χρηματοδοτήσουν εξ ολοκλήρου την κατασκευή του Μνημείου, με μοναδική προϋπόθεση να αναθέσουν οι ίδιοι την κατασκευή του σε καλλιτέχνη της επιλογής τους.

Η πρότασή τους έγινε δεκτή  και τα διαδικαστικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν στον διαγωνισμό, ο οποίος είχε ήδη προκηρυχθεί, διευθετήθηκαν μετά από συζητήσεις του Δημάρχου με τους αρμόδιους Υπουργούς Εσωτερικών και Εμπορικής Ναυτιλίας.

Ο διαγωνισμός διεξήχθη τυπικά και φυσικά δεν ανέδειξε νικητή. Σύμφωνα με την κριτική επιτροπή, κανένα πρόπλασμα δεν ανταποκρινόταν στο σκοπό  και στο πνεύμα της προκήρυξης.

Οι αδελφοί Γουλανδρή ανέθεσαν τη φιλοτέχνηση  του Μνημείου στον  καθηγητή της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Ιωάννη Παππά, ενώ η διαμόρφωση της πλατείας ανατέθηκε στον Συριανής καταγωγής αρχιτέκτονα Παναγιώτη Βοκοτόπουλο. Στα τέλη του 1971 το πρόπλασμα το οποίο δημιούργησε ο Ιωάννης Παππάς εγκρίθηκε από την αρμόδια καλλιτεχνική επιτροπή του Υπουργείου Εσωτερικών, ενώ παράλληλα δρομολογήθηκε από τον Δήμο η ανακατασκευή της πλατείας, ώστε να δεχθεί γλυπτική σύνθεση και όχι άγαλμα, όπως είχε σχεδιαστεί αρχικά.

Σύμφωνα με την εγχάρακτη επιγραφή που υπάρχει στη μαρμάρινη βάση του ορειχάλκινου τμήματος της σύνθεσης το Μνημείο ολοκληρώθηκε  το 1972, όμως η τοποθέτησή του δεν έγινε αμέσως.

Τον Μάιο του 1974 η εφημερίδα «Θάρρος» επανάφερε στην επικαιρότητα  το θέμα με πρωτοσέλιδο άρθρο της το οποίο κίνησε το ενδιαφέρον του Πρωθυπουργικού Γραφείου που ζήτησε σχετική ενημέρωση από τον Νομάρχη Κυκλάδων. Απαντώντας ο Νομάρχης ανέφερε ότι «[…]εντός της αρχομένης εβδομάδος πρόκειται να εγκατασταθή το Μνημείον του Αφανούς Ναύτου εν Ερμουπόλει Σύρου[…]».

Από την μέχρι σήμερα έρευνα και τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν, μπορούμε με σχετική ασφάλεια να οριοθετήσουμε την εγκατάσταση του Μνημείου μεταξύ Ιουνίου 1974 και τέλους του έτους.

Μετά την τοποθέτησή του έμεινε καλυμμένο για μεγάλο χρονικό διάστημα, έως ότου το κάλυμμα καταστράφηκε από τις καιρικές συνθήκες. Στην πορεία του χρόνου, δεν έγιναν ποτέ εγκαίνια και καμία Δημοτική Αρχή δεν τοποθέτησε έστω μια επεξηγηματική πινακίδα για τον συμβολισμό του, το όνομα του δημιουργού, καθώς και τα ονόματα των  δωρητών.  Αλλά και οι ίδιοι οι δωρητές, μετά την αποχώρησή τους από το Νεώριον και τη Σύρο το 1978, παρά το αρχικό ενδιαφέρον τους για την τέλεση των εγκαινίων,  δεν ασχολήθηκαν  στο εξής με την τύχη της δωρεάς τους.

Από τότε το Μνημείο έχει γίνει πολλές φορές τόπος κατασκήνωσης ευάλωτων κοινωνικών ομάδων  ή  τουριστών και — ειδικότερα στις ημέρες μας — συνεχώς βεβηλώνεται  με γκράφιτι.

Τον Σεπτέμβριο του 1983 η μέχρι τότε «Πλατεία Τελωνείου» — και παντού  αναφερόμενη ήδη από την δεκαετία του 1960 ως «Πλατεία Αφανούς Ναύτου» — με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου μετονομάστηκε σε «Πλατεία Άγνωστου Ναύτη», επιβεβαιώνοντας  και τυπικά τον συμβολισμό του Μνημείου.

Τον Νοέμβριο του 2018 η Επιτροπή Ονοματοδοσιών έκανε δεκτή την εισήγηση  τεσσάρων συμπολιτών και έφερε προς ψήφιση στο Δημοτικό Συμβούλιο αίτημα  για τη μετονομασία της «Πλατείας Άγνωστου Ναύτη» σε «Πλατεία Μνημείου Εμπορικής Ναυτιλίας» και ως εκ τούτου τη μετονομασία του Μνημείου.

Το Δημοτικό Συμβούλιο, με παρόντα 15 από τα 27 μέλη του, δεχόμενο τις  επεξηγήσεις της Επιτροπής και των δύο, εκ των τεσσάρων, εισηγητών της μετονομασίας που παρευρίσκοντο στη Συνεδρίαση,  ψήφισε με συνοπτικές διαδικασίες την αλλαγή της ονομασίας.

Αν και έγιναν σχετικές αναφορές τον τοπικό Τύπο, τότε δεν προκλήθηκαν έντονες αντιδράσεις.

Πέντε  χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2023, η απερχόμενη  Δημοτική Αρχή αποφάσισε την πραγματοποίηση επίσημης τελετής μετονομασίας. Για τον σκοπό αυτό αφαιρέθηκαν οι πινακίδες της ονομασίας της Πλατείας και τοποθετήθηκαν άλλες με τη νέα ονομασία. Αυτή τη φορά το κοινό αίσθημα αφυπνίστηκε  και διάφοροι Φορείς της Σύρου, καθώς και απλοί πολίτες, εξέφρασαν  ποικιλοτρόπως και προς κάθε κατεύθυνση την αντίθεσή τους,  πολλές φορές  μάλιστα σε οξύτατο τόνο.

Η γενικευμένη δυσαρέσκεια που προκλήθηκε από την επικείμενη επίσημη μετονομασία ενός Μνημείου-Κενοτάφιου αφιερωμένου στους αφανείς ναυτικούς — και με αυτόν τον συμβολισμό καταγεγραμμένο στην ιστορική μνήμη και στη συνείδηση των Συριανών — για να τιμηθεί μια απρόσωπη οικονομική δραστηριότητα, υποχρέωσε τη Δημοτική Αρχή να ματαιώσει την τελετή.

Η νέα Δημοτική Αρχή αφαίρεσε τις πινακίδες με την καινούργια ονομασία της Πλατείας που είχαν απομείνει στην πλευρά του Τελωνείου  και από τότε το θέμα παραμένει σε εκκρεμότητα.