Η γιαγιά έγραφε:
ελπιδακωρι μου ελαβα το γραμα σου και είχες μεσα ένα κατοστάρικο και σε εφκαρηστόπολί.
Ηκατέβηκα στη Χορα και ηπιραδιο ρόμπες και ένα πεσκίρη 92 δραχμας μόνου που με ζάλισαι το λωφορηο και ήρχα ένα χαλη να δοσηςτασευχας μου σε οληναχετευγοία και το καλοκέρηναρχεται να μου κάνεται καμιά από της πολεςδουλιεσμου που δε μπορό να κανοπολά πράματα ηγερασα
Σας φιλό
Η μαμά σας
Αναστασια Χ Βαρθαλίτου.
- Γκουμπάρε, μπλέγαρε ‘δωνά τα καλάμια, να περάσου τα ζα, γιάντα θέλω να βάλω ομπρός το μάγκανο.Μου σπάσανε προχτές δυο σιχλιά, μα δεν ηκατέβηκα στη Χώρα να ‘βρω άλλα. Θέλω να ποτίσω, τσαπέ να σερμπετιάσω. Γιάντα πως θα γένου τα κολοτσύθια; Θένε ντάντεμα. Απ’ αυτά περιμένου τόσα στόματα να φάνε….
- Άστα γκουμπάρε, σάματις τσ’ εγώ τα ίδια δε τραβώ; Είναι θρήνος οι δουλειές…
Μετάφραση λέξεων
Σιχλιά = κεραμικά δοχεία που στερεώνονταν στο μάγκανο, ν’ ανεβάζουν το νερό απ’ το πηγάδι.
Να σερμπετιάσω = να ρίξω κοπριά στα λαχανικά.
Θρήνος = οτιδήποτε πολύ.
Μπλέγαρε = κάνε πιο εκεί.































