ΚΑΛΟΣ ο κύριος Χαρίλαος, δε λέω. Νοικοκύρης και κουβαλητής. Το λέει και καμαρώνει η κυρία Ανεζούλα, η γυναίκα του. Έχει ένα κακό όμως ο κύριος Χαρίλαος.

 

Δυνατό μνημονικό. Όταν άλλοι στην ηλικία του δε θυμούνται ούτε γιατί έχουνε πάει στην τουαλέτα και γιατί ξεκούμπωσαν το φερμουάρ του παντελονιού, εκείνος θυμάται της κάτω γης τα χώματα. Και δεν μιλάμε μεταφορικά, διότι ακόμα και στο δρόμο τραγουδάει το «Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας» του Γιάννη Ρίτσου. Τώρα, πόσο τον εκφράζει και το τραγουδάει συνέχεια, όταν επί χούντας είχε κορώνα και καμάρι του τον αναγεννημένο από τη στάχτη του Φοίνικα, μόνο αυτός το ξέρει.

ΘΑ μου πείτε, τι σχέση έχει το μνημονικό με τη χούντα και τον αναγεννημένο Φοίνικα; Καμία απολύτως. Κι εγώ, ό,τι θυμάμαι χαίρομαι. Έχει σχέση, όμως, με τις παροιμίες. Και δεν μιλάμε για τις Παροιμίες του Σολομώντα της Παλαιάς Διαθήκης. Μιλάμε για τις παροιμίες τις τωρινές, που τις έχει κάνει νέα διαθήκη ο κύριος Χαρίλαος και μας τρώει το κεφάλι. Και μας το τρώει γιατί έχει δυνατό μνημονικό και τις θυμάται. Και αν του το πεις έχει έτοιμη την απάντηση «Το μυαλό το σπείρανε κι όσοι προλάβαν πήρανε».

ΚΑΙ μέχρι ενός ορισμένου σημείου πάει στο διάολο, κάνεις και χάζι, αλλά όταν στα λέει και στα ξαναλέει και δεν τον αντέχεις και του το λες κατάμουτρα, ανταποδίδοντάς του τα ίσα «Το πολύ το κυρ ελέησον και ο παπάς το βαριέται, Χαρίλαε», τι σου απαντάει; «Το δικό μου το καρφί το βλέπεις, το δικό σου το παλούκι δεν το βλέπεις;»

ΑΣΕ που σχολιάζει παροιμιωδώς τα πάντα. Να δει να περάσει καμιά μεγαλοκοπέλα (μεγαλοκοπέλα, λέμε τώρα, από πενήντα και πάνω) και να είναι ντυμένη κάπως διαφορετικά, κάπως πιο μοντέρνα ρε παιδάκι μου, κουνάει το κεφάλι του ειρωνικά «Γάιδαρος είναι γάιδαρος, ας εφορεί και σέλλα και η γριά κι αν ομορφίζεται δεν γίνεται κοπέλα». Τον αγριοκοιτάζει η γυναίκα, γιατί τα λέει και φωναχτά ο κύριος Χαρίλαος, αλλά αυτός δεν χαμπαριάζει, κι ας τον σκουντάμε να το κλείσει το ρημάδι, μην του δώσει καμιά ξανάστροφη και δει αστεράκια, αλλά πού να καταλάβει; «Κι αν στόλισες το γάιδαρο, γι’ άλογο δεν περνιέται!». Ε, τη θέλει τη σφαλιάρα. Τη ζητάει ο οργανισμός του.

ΞΕΣΗΚΩΝΕΤΑΙ όλη η παρέα με τα καμώματά του, αλλά βρίσουμε και τον μπελά μας. «Σηκώθηκαν τ’ αγγούρια να πηδήξουν το μανάβη», μας λέει αγριεμένος όταν του φωνάζουμε ότι αυτά που κάνει είναι ντροπής πράματα. «Θα σου δείξω εγώ Ζαμπέτα πώς την παίζουν την τρομπέτα», λέει και σφαλιαρίζει τον πιο κοντινό του. Και φεύγουμε όλοι, γιατί κανένας μας δεν θέλει να του δείξει πώς παίζει την τρομπέτα ο Ζαμπέτας, πεθαμένος άνθρωπος.

ΑΛΛΑ και στους συνομήλικούς του δεν χαρίζεται. Τις προάλλες σκόνταψε σε μια πέτρα ο Κυριάκος και ο Χαρίλαος που ήτανε πίσω του, βρήκε την ευκαιρία. «Του γέρου σκόνταμμα, του χάρου μήνυμα». Ε, δικαιολογημένα ο Κυριάκος γύρισε και του έριξε τη μούντζα, όπως ο οδηγός σε άλλον οδηγό που του βγαίνει σε στροφή και με κόκκινο, αλλά ο Κυριάκος το χαβά του «Άνεμος που δεν μποδίζει, άφησέ τον κι ας βουίζει» «Τι άνεμος και τρίχες κατσαρές, ρε Χαρίλαε. Μάθε να μιλάς σαν άνθρωπος καμιά φορά» «Κάθε πράμα στον καιρό του κι ο κολιός τον Αύγουστο, Κυριάκο» ήτανε η απάντηση, για να διπλασιαστεί η μούντζα και να βγάζει αφρούς ο Κυριάκος.

ΚΑΛΑ τα καλαμπούρια, καλά τα πειράγματα, τα ζητάει ο οργανισμός μας και το ξέρει αυτό ο Χαρίλαος, ακόμα και όταν μας βλέπει να νευριάζουμε, μα σαν ξεκινήσει να γυρνάει ο μύλος δύσκολα σταματάει. «Με το χέρι στην καρδιά, ρε Χαρίλαε, πες μας, αν δεν ήσουνα άνθρωπος, τι θα ήθελες να ήσουνα; «Να ‘μουν το Μάη γάιδαρος, τον Αύγουστο κριάρι, όλους τους μήνες κόκορας και γάτος το Γενάρη» «Σοβαρά το λες;» «Σοβαρά βέβαια. Ποιος στραβός δε θέλει το φως του;» «Δηλαδή, αν θα χήρευες, θα ξαναπαντρευόσουνα, ρε θηρίο;» «Γάμος εις τα γέρατα, ή σταυρός ή κέρατα» «Εντάξει, δεν θα έπαιρνες και καμιά εικοσάρα. Εσύ δε λες πως η γριά η κότα έχει το ζουμί;» «Η γριά η κότα έχει το ζουμί, μα η πουλάδα κάνει τον πετεινό και λαλεί!» «Μπα! Σου λαλεί ακόμα ο πετεινός, Χαρίλαε;»  «Μωρέ, κάλλιο ένα χρόνο κόκορας παρά σαράντα κότα».

ΕΧΟΥΜΕ και εκείνον τον Γρηγόρη που δεν αφήνει ευκαιρία να πέσει κάτω. «Για όλους και για όλα λες, για το δήμαρχο όμως, τον Αλέξη Αθανασίου, κουβέντα, ε; Κι ας λένε πως είναι γάτα» «Η γάτα όπως κι αν την πετάξεις, με τα τέσσερα θα πέσει» «Βρε, άστα αυτά. Μια πρόβλεψη θέλουμε να κάνεις» «Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά» «Καλό είναι αυτό ή κακό για τον Δήμαρχο; Εκείνος όλο επαίνια ακούει για το έργο του» «Μες στα πολλά παινέματα τα πιο πολλά είναι ψέματα». «Τελικά, να πιστεύει όσα του λένε, πως θα τον ξαναψηφίσουνε; Τι λες κι εσύ;» «Αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννάν’ οι κότες, αυτό έχω να του πω εγώ, κι ας ανοίξει λίγο τα μάτια του για να μην πάει τελικά σαν τον στραβό στον Άδη. Μην τα πάθει όπως την κότα, που όταν έρθει το αβγό στον κώλο της ψάχνει για φωλιά. Ας το διάολο, με συγχύσατε με το Δήμαρχό σας!»

Ο Ρίμος