Με τη φράση  «Γιατί αν δεν θέλεις να πεθάνεις, να θυμάσαι… Μην ξεχνάς… Να μην ξεχνάς» ο δήμαρχος, και  πρόεδρος του Συλλόγου Μικρασιατών Ερμούπολης Νίκος Λειβαδάρας, κατέστησε σαφές στο πολυάριθμο κοινό της εκδήλωσης  τιμής μνήμης τού εξολοθρεμού από τις πατρογονικές τους εστίες των Μικρασιατών, Αρμενίων και Ποντίων η οποία έλαβε χώρα στο Θέατρο Απόλλων  το βράδυ της 14ης/9/2019 ότι ότι η λήθη ισούται με τον θάνατο και ότι χρέος όλων είναι η διατήρηση της ιστορικής μνήμης προκειμένου να αποφευχθεί η επανάληψη τραγικών γεγονότων μελλοντικά.

«Βαριές οι μνήμες. Ο κόμπος στο λαιμό σφίγγει όλο και πιο πολύ ενώ οι κόγχες των ματιών με δυσκολία συγκρατούν το δάκρυ» τόνισε σε αποστροφή του λόγου του, προσθέτοντας: «Συμπτώσεις, το σύμπαν συνηγορεί; Δύσκολο να απαντήσει κανείς. Η φετινή επέτειος της Μικρασιατικής τραγωδίας συνέπεσε με δυο γεγονότα. Το ένα, να βρίσκομαι στη θέση του Δημάρχου στο νησί μας, απόγονος Μικρασιατών, αναλογιζόμενος τον πρώτο δήμαρχο Ερμούπολης το 1835 το Σμυρναίο Γεώργιο Πετρίτση και το δεύτερο γεγονός λίγο καιρό πριν να έρθουμε κοντά με τους  αδελφούς Αρμένιους που υπέστησαν τα ίδια δεινά με τους Έλληνες της Μικρασίας και του Πόντου. Και πάλι συνηγόρησε το σύμπαν ώστε να είναι διαθέσιμο τούτη τη μέρα το θέατρο Απόλλων και να μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε τη σημερινή εκδήλωση μνήμης»

Συνεχίζοντας έκανε ενδελεχή αναφορά στην άφιξη των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής στη Σύρο, υπογραμμίζοντας ότι, σύσσωμοι, οι κάτοικοι του νησιού τούς αγκάλιασαν παρέχοντας  κάθε δυνατή βοήθεια: «Οι πρόσφυγες που έφτασαν εδώ θα βρουν ανθρωπιά και συμπαράσταση, σε τέτοιο βαθμό, που ίσως να ήταν ένα από τα λίγα μέρη  του ελλαδικού χώρου που τους αντιμετώπισαν μ’ αυτόν τον τρόπο», είπε χαρακτηριστικά, επικαλούμενος τα αναγραφόμενα του μικρασιάτη  Άριστου (Περίδης) στην εφημερίδα «Ελεύθερος Λόγος» ο οποίος γράφει: «Εάν επρόκειτο να απονεμηθεί βραβείο φιλοξενίας και φιλανθρωπίας εις μιαν από τας πόλεις της Ελλάδος, αι οποίαι ήπλωσαν τους βραχίονας για να αγκαλιάσουν τους δυστυχισμένους πρόσφυγας, δικαιωματικώς το βραβείο αυτό έπρεπε να το πάρει το φιλόξενο νησί του Αιγαίου, η αυροφίλητη Σύρος. Μόνο όσοι ευρέθησαν στο νησί αυτό τις πρώτες μέρες της Μικρασιατικής τραγωδίας είναι σε θέση να βεβαιώσουν τί έκαμαν οι κάτοικοί του για τα θύματα μιας μοιραίας συμφοράς, μιας θεϊκής κατάρας.

Εκείνο το οποίο είδαν τα μάτια μας στην προβλήτα του Τελωνείου, είναι αδύνατον να περιγραφεί. Συγκινητικότερο θέαμα δεν παρουσίασε ίσως καμιά ελληνική πόλη τη στιγμή της αποβιβάσεως όλων των συντριμμάτων της μικρασιατικής δυστυχίας. Χιλιάδες Συριανοί και Συριανές, άλλοι με ψωμιά στα χέρια, άλλοι με κουτιά λουκούμια, άλλοι με σταμνάκια νερό, στρατός ολόκληρος από όλα τα άκρα του νησιού εξεστράτευσε για να ανακουφίσει τους δυστυχισμένους».

Ρίγη προκάλεσε η μαρτυρία του πρόσφυγα εκπαιδευτικού  Ζαχαρία Δρόσου την οποία ανέγνωσε ο Γιάννης Δεσύπρης. Σ’ αυτή περιγράφεται όλη η ωμότητα της τουρκικής θηριωδίας, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην παιδική ψυχή του. Φωτιά και μαχαίρι, ανείπωτος τρόμος και εικόνες που παγώνουν κάθε πολιτισμένο άνθρωπο. Και οι σύμμαχοι; Εκεί αμέτοχοι να παρακολουθούν το ξεκλήρισμα ενός ολόκληρου λαού, σφυρίζοντας αδιάφορα.

Στο ίδιο μήκος κύματος και η ομιλία του προέδρου Ποντίων και Βορειοελλαδιτών Σύρου Μάνου Τελώνη, ο οποίος έκανε ιδιαίτερη αναφορά στα 100 χρόνια από την Γενοκτονία των Ποντίων, καθώς στον Πολεμικό Πυρρίχιο χορό και τους συμβολισμούς που κρύβουν οι κινήσεις του.

«Με αφορμή τη συμπλήρωση φέτος των 100 χρόνων από την Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου θα φωνάξουμε για άλλη μια φορά: “Ποτέ πια άλλη Γενοκτονία και θα χαράξουμε τον Πυρρίχιο δρόμο για την Διεθνή αναγνώριση του εγκλήματος”, τόνισε, παραθέτοντας παράλληλα διευκρινήσεις αναφορικά με τους συμβολισμούς  του επετειακού λογότυπου της Γενοκτονίας.

Στη συνέχεια μέλος του Συλλόγου,  σε άπταιστη ποντιακή διάλεκτο, ανέγνωσε τη συγκλονιστική μαρτυρία της Ευθυμίας Παραστατρατίδου από την Τραπεζούντα η οποία μαζί με τον άντρα της Χαράλαμπο και τα δύο παιδιά τους (το ένα αβάφτιστο) έφυγαν από τα πάτρια εδάφη κυνηγημένοι από τους Τσέτες και κατέληξαν στις πορείες θανάτου.

Η πρόεδρος της Αρμενικής Εθνικής Επιτροπής Ελλάδας κα Χαρουτουνιάν Χριψιμέ εμφανώς συγκινημένη  εστίασε στους μακροχρόνιους δεσμούς της Σύρου – Αρμενίας, υπογραμμίζοντας ότι οι διωκόμενοι Αρμένιοι βρήκαν ένα ασφαλές καταφύγιο στο νησί: «Η ιδιαίτερη σχέση των κατοίκων της Σύρου με τον Αρμενικό λαό ξεκινά μετά την Μικρασιατική τραγωδία του 1922, όταν οι φιλόξενοι κάτοικοι του νησιού άνοιξαν τις καρδιές και τις αγκαλιές τους φιλοξενώντας 2.000 ορφανά Αρμενόπουλα». Όπως τόνισε, ζωντανή μαρτυρία γι’ αυτό αποτελεί το κτήριο του στρατοπέδου λοχαγού Ζαφείρη – που ως ορφανοτροφείο τότε – φιλοξένησε τα παιδιά αυτά.

Τόσο η ίδια όσο και ο Αρχιεπίσκοπος των εν Ελλάδι Αρμενίων Κεγάμ Χατσεριάν χαρακτήρισαν προσκύνημα την επίσκεψη στη Σύρο υπογραμμίζοντας ότι αυτή  εμφύσησε την ελπίδα και το αγωνιστικό φρόνημα στα κατατρεγμένα αδέλφια τους για διεκδίκηση της θέσης τους στον κόσμο.

Αναφορά έκανε ο σεβασμιότατος και στην φιλοξενία των παιδιών από το Ναγκόρνο Καραμπάχ την τελευταία 25ετεια στο νησί: «Τώρα είναι γύρω στα 500-600 άτομα και αυτά μεγάλωσαν. Ξέρετε ότι τώρα πια υπάρχουν συριανοί στο Καραμπάχ; Μπορεί να είναι μια συνοικία, ένα χωριουδάκι, όλοι είναι από τη Σύρο. Επειδή κρατάνε στην ψυχή τους ένα κομμάτι από την Ελλάδα. Γαλανό κομμάτι… γαλανόλευκη σημαία στην ψυχή τους… Τα παιδιά όταν μεγαλώνουν ακούν παραμύθια. Και τα παραμύθια είναι ωραίες ιστορίες που δεν είναι αλήθειες. Εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Τα παιδιά που πέρασαν από τη Σύρο έζησαν μια αλήθεια που μοιάζει με παραμύθι. Τόσο ωραία είναι αυτή η πραγματικότητα που μοιάζει παραμύθι. Εκείνοι, στο μαχόμενο Καραμπάχ,  πατάνε γερά στη ζωή και τη βλέπουνε με πολύ αισιοδοξία γιατί είδαν ότι υπάρχουν λαοί και άνθρωποι εκτός της περιοχής τους που τους αγαπάνε και είναι συμπαραστάτες για την ελευθερία τους».

Υπογράμμισε δε ότι τους πρόσφυγες του 1922 τους αδελφοποίησε με τους συριανούς η αγωνιστικότητα, η αγάπη και η δυνατή βούληση για την επιβίωση, ευχαριστώντας, έν ονόματι όλων των Αρμενίων τη Σύρο για την έμπρακτη στήριξή της, λέγοντας: «Το ταξίδι στη Σύρο είναι προσκύνημα. Να συναντηθούμε με το πνεύμα των προγόνων μας. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι όταν θυμόμαστε τους προγόνους μας, αυτούς που θυσίασαν τα πιο πολύτιμα και μας παρέδωσαν μια διαθήκη που λέει κρατάτε την Πίστη, την Ταυτότητα, και γερά την Κληρονομιά, οφείλουμε να τους το  υποσχεθούμε και να το πράξουμε».

Η ερμηνεία της Έλσας Χαραλάμπους τραγουδιών και μοιρολογιών, a capella,  ή υπό την μουσική συνδρομή των Αποστόλη Μάρη, Γεωργίας Λίτσα και Σοφοκλή Κοσκινά ήταν συγκλονιστική,

ενώ οι χοροί και τα μοιρολόγια του Συλλόγου Ποντίων  καθήλωσαν τους θεατές, όπως και η εμφάνιση της Χορωδίας του Συλλόγου Μικρασιατών.

Το πέρας της εκδήλωσης ακολούθησε η ανταλλαγή αναμνηστικών δώρων με τον Αρχιεπίσκοπο των Αρμενίων Κεγάμ Χατσεριάν να τονίζει στον κ. Λειβαδάρα ότι στο πρόσωπό του είδε τον καλό δημότη της Σύρου: « Για να είσαι καλός δήμαρχος πρέπει να είσαι καλός δημότης. Νομίζω ότι ο κ. Νίκος Λειβαδάρας είναι εκείνος ο άνθρωπος, και του ευχόμαστε καλή επιτυχία» είπε χαρακτηριστικά.

Η εκδήλωση ήταν μια διοργάνωση του Συλλόγου  Μικρασιατών Ερμούπολης Σύρου σε συνεργασία με την Αρμενική Εθνική Επιτροπή Ελλάδας.

Αρμενία, Μικρασία, Πόντος

Λες σβήσε το χθες

όλα εδώ τέλος κι αρχή

πες στα χείλη πες

για μας τους τρεις μια προσευχή.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο με την ομιλία του κ. Λειβαδάρα:

Άπονοι καιροί

Αρμενία, Μικρασία, Πόντος

τρεις καημοί

Άπονοι καιροί αυτή η γη έχει φωνή.

Συμπτώσεις, το σύμπαν συνηγορεί; Δύσκολο να απαντήσει κανείς. Η φετινή επέτειος της Μικρασιατικής τραγωδίας συνέπεσε με δυο γεγονότα. Το ένα, να βρίσκομαι στη θέση του Δημάρχου στο νησί μας, απόγονος Μικρασιατών, αναλογιζόμενος τον πρώτο δήμαρχο Ερμούπολης το 1835 το Σμυρναίο Γεώργιο Πετρίτση και το δεύτερο γεγονός λίγο καιρό πριν να έρθουμε κοντά με τους  αδελφούς Αρμένιους που υπέστησαν τα ίδια δεινά με τους Έλληνες της Μικρασίας και του Πόντου. Και πάλι συνηγόρησε το σύμπαν ώστε να είναι διαθέσιμο τούτη τη μέρα το θέατρο Απόλλων και να μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε τη σημερινή εκδήλωση μνήμης.

Πλούσιο φωτογραφικό υλικό που οι Αρμένιοι φίλοι διαθέτουν στο Αρχείο τους  από το Αμερικανικό Ορφανοτροφείο (νυν στρατόπεδο) όπου από το 1924 μέχρι το 1930  φιλοξένησε χιλιάδες παιδιά Ελληνόπουλα και Αρμενάκια, θα παρουσιαστεί και στη Σύρο μετά κατάλληλη προετοιμασία. Ένα πολύ μικρό δείγμα σήμερα εκτίθεται στο φουαγέ του θεάτρου.

Βαριές οι μνήμες. Ο κόμπος στο λαιμό σφίγγει όλο και πιο πολύ ενώ οι κόγχες των ματιών με δυσκολία συγκρατούν το δάκρυ.

Σεπτέμβρης 1922. Φτάνουν στο νησί της Σύρας μέσα στη δίνη της καταστροφής 7.800 πρόσφυγες. Κάποιοι απ’ αυτούς, 1.835 άτομα, είτε θα βρουν τους δικούς τους σε άλλα μέρη της Ελλάδας ή θα αναχωρήσουν από το νησί προς νέο προορισμό. Στην Ερμούπολη θα παραμείνουν 2.800.

Οι υπόλοιποι θα μοιραστούν και στα άλλα Κυκλαδονήσια. Στη Νάξο, στην Πάρο, στην Κέα, στην Τήνο, στη Μύκονο, στην Άνδρο και λιγότεροι στη Μήλο, στη Σαντορίνη και την Αμοργό.

Από τους 7.800 πρόσφυγες που έφτασαν στην Ερμούπολη, οι περισσότεροι 3.415 προέρχονταν από τη Σμύρνη, οι υπόλοιποι  από τα Βουρλά, τη Σπάρτη Μ.Α., το Βουτζά, την Κρήνη/Τσεσμέ, τη  Φώκαια, το Αϊδίνιον  και λιγότεροι από διάφορα μέρη της Μικράς Ασίας.

Ανάμεσα στους πρόσφυγες που φτάνουν στην Ελλάδα, τη μητέρα πατρίδα, υπάρχουν πολλοί αστοί, κυρίως από τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη (πάνω από το 50% του προσφυγικού πληθυσμού). Έχουν ένα  υψηλό επίπεδο παιδείας, γνωρίζουν ξένες γλώσσες, έχουν κοσμοπολίτικο πνεύμα, κατέχουν τους κανόνες του εμπορικού ανταγωνισμού. Οι πρόσφυγες αγροτικής προέλευσης είναι πολύ πιο έμπειροι και ανοιχτοί σε νέου τύπου μεθόδους καλλιέργειας που ως τότε ήταν άγνωστοι στην Ελλάδα. Συμβάλλουν στην αγροτική μεταρρύθμιση, δίνοντας ιδιαίτερη ώθηση σε ορισμένους κλάδους, όπως η αμπελουργία, η σηροτροφία, η ροδοκαλλιέργεια, η καπνοκαλλιέργεια, η ελαιοκομία, η καλλιέργεια των λαχανικών και την εντυπωσιακή αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων.

Άνθρωποι δραστήριοι, ευφυείς  και ικανοί, οι πρόσφυγες έδωσαν νέα πνοή σε σημαντικούς τομείς της εθνικής οικονομίας, στο εμπόριο, στη βιοτεχνία, στη βιομηχανία στις αγροτικές καλλιέργειες.

Άτομα φιλελεύθερων αντιλήψεων και πολιτιστικών αξιών, οι πρόσφυγες του 1922 ανέδειξαν πλήθος σημαντικών προσωπικοτήτων σε όλους τους τομείς της πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας, της οικονομίας, της δημοσιογραφίας, του αθλητισμού και πρωτοστάτησαν στην εδραίωση του συνεταιριστικού και του εργατικού κινήματος.

Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες διατήρησαν στενό  δεσμό με την Ορθοδοξία και με τη βοήθεια των συλλόγων τους κράτησαν ζωντανή τη λαϊκή παράδοση. Οι παράγκες και τα προσφυγικά σπίτια, μερικά από τα οποία διασώζονται ακόμα και σήμερα , ανάμεσα στους όγκους του τσιμέντου, διακρινόταν για την πάστρα και τη νοικοκυροσύνη τους, τα ζωηρά τους χρώματα και τις ανθοστόλιστες με βασιλικούς, βιγκόνιες, γαριφαλιές και γιασεμιά αυλές και προσόψεις των σπιτιών τους. Στην αυλή και στο δρόμο αναπτύσσεται η κοινωνικότητα της γειτονιάς, μια καινοτομία που εισήγαγαν στον ελλαδικό χώρο οι πρόσφυγες, και το βράδυ, μετά τον κάματο της σκληρής βιοπάλης, η ζωή κυλούσε ανάμεσα στο κουσελάκι, στο ούζο, τους σμυρναίικους μεζέδες, το χορό και το τραγούδι.

Οι πρόσφυγες της Σύρου αρχίζουν να οργανώνονται από το Νο-έμβρη του 1922, για να αντιμετωπίζουν από κοινού και πιο αποτελεσματικά τα προβλήματά τους.

Μετά πέντε-έξι χρόνια από τον ερχομό τους, παρατηρείται εξομοίωση των προσφύγων με τους Συριανούς. Το 1926 ενοποιείται το κονδύλι του Δήμου, το οποίο αφορά τους άπορους δημότες.

Έως τότε υπήρχε ένα ξεχωριστό κονδύλι για την οικονομική ενίσχυση των άπορων προσφύγων, μαθητών και ασθενών. Στο ίδιο πνεύμα κινείται και το υπ’ αριθ. 2681/16.3.1927 έγγραφο του Νομάρχη Κυκλάδων, το οποίο απευθύνεται στο Δήμαρχο Ερμούπολης. Από την 1η Απριλίου 1927 παύει η δωρεάν χορήγηση φαρμάκων από το Δημόσιο στους πρόσφυγες. Ο Νομάρχης παρακαλεί το Δήμαρχο να εξακριβώσει τον αριθμό των άπορων προσφύγων της περιφερείας του και να φροντίσει να καλύπτει από εδώ και εξής τις ανάγκες τους.

Οι πρόσφυγες έχουν πλέον ενσωματωθεί και θα αντιμετωπίζονται από τις αρχές, όπως οι υπόλοιποι δημότες και πολίτες της χώρας. Από το 1925-1926 παρατηρείται επίσης πως στις ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεων, γάμων και αποβιώσεων δεν μνημονεύεται πια παρά σπανίως, η καταγωγή του πρόσφυγα. Όσοι έγιναν μόνιμοι κάτοικοι της Ερμούπολης Σύρου, δηλώνουν πλέον τη νέα τους διαμονή.

Η Ερμούπολη δημιούργημα και συνονθύλευμα προσφύγων από το 1821 που είχαν φτάσει από τη Μικρά Ασία, τη Χίο, τα Ψαρά την Κάσσο, αλλά και από διάφορα μέρη της Ελλάδας, δεν θεωρούν ξένο σώμα τους πρόσφυγες του 1922. Δεν τους αντιμετωπίζουν ως πρόσφυγες, «ξένους», για αυτό και οι πρόσφυγες δεν νοιώθουν την ανάγκη να «γκετοποιηθούν». Να δημιουργήσουν κλειστή κοινωνία μεταξύ τους. Η πρώτη γενιά δεν ξεχνά την πατρίδα, τον πόνο της προσφυγιάς και τη σφαγή, όμως όπως αποδεικνύεται σε σύγκριση με άλλους πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν σε άλλες περιοχές της Ελλάδας πολύ γρήγορα αφομοιώθηκαν με τους ντόπιους γι’ αυτό και δεν είναι τόσο έντονο το προσφυγικό  αίσθημα όχι τόσο στη δεύτερη αλλά ειδικά στην τρίτη και στην τέταρτη γενιά.

Οι πρόσφυγες αυτοί που έφτασαν εδώ θα βρουν ανθρωπιά και συμπαράσταση, σε τέτοιο βαθμό, που ίσως να ήταν ένα από τα λίγα μέρη  του ελλαδικού χώρου που τους αντιμετώπισαν μ’ αυτόν τον τρόπο.

Ο Μικρασιάτης  Άριστος (Περίδης) στην εφημερίδα «Ελεύθερος Λόγος» της Αθήνας στις 25 Ιουνίου 1923, πολύ κοντά στη Μικρασιατική καταστροφή, μόλις εννιά μήνες μετά γράφει:

«Εάν επρόκειτο να απονεμηθεί βραβείο φιλοξενίας και φιλανθρωπίας εις μιαν από τας πόλεις της Ελλάδος, αι οποίαι ήπλωσαν τους βραχίονας για να αγκαλιάσουν τους δυστυχισμένους πρόσφυγας, δικαιωματικώς το βραβείο αυτό έπρεπε να το πάρει το φιλόξενο νησί του Αιγαίου, η αυροφίλητη Σύρος.

Μόνο όσοι ευρέθησαν στο νησί αυτό τις πρώτες μέρες της Μικρασιατικής τραγωδίας είναι σε θέση να βεβαιώσουν τί έκαμαν οι κάτοικοί του για τα θύματα μιας μοιραίας συμφοράς, μιας θεϊκής κατάρας.

Εκείνο το οποίο είδαν τα μάτια μας στην προβλήτα του Τελωνείου, είναι αδύνατον να περιγραφεί. Συγκινητικότερο θέαμα δεν παρουσίασε ίσως καμιά ελληνική πόλη τη στιγμή της αποβιβάσεως όλων των συντριμμάτων της μικρασιατικής δυστυχίας.

Χιλιάδες Συριανοί και Συριανές, άλλοι με ψωμιά στα χέρια, άλλοι με κουτιά λουκούμια, άλλοι με σταμνάκια νερό, στρατός ολόκληρος από όλα τα άκρα του νησιού εξεστράτευσε για να ανακουφίσει τους δυστυχισμένους.

Το ένα κατόπιν του άλλου κατέπλεαν τα φορτηγά και ένα-ένα απεβίβαζε το φορτίο της δυστυχίας και του πόνου.

Μια επιτροπή γίνεται προχείρως από τους Ευαγγ. Σάμιο, Αρ. Τσιροπινά, Επ. Παπαδάμ, Π. Αλαβάνο, Π. Κουλούρη, Ι. Βαρδάκα, Μουμτζή, Μούγια, το λιμενάρχη κ. Μουτσούλα και άλλους και αναλαμβάνει αμέσως τα πρώτα καθήκοντά της.

Σε τρεις μέρες το φιλόξενο νησί μας πλημμυρίζει από γριές, μωρά και γέρους 6.000 περίπου πρόσφυγες. Καθ’ ένας απ’ αυτούς τους δυστυχείς εκτός της δυστυχίας του, δεν φέρει μαζί του ούτε ένα κουρέλι για να σκεπάσει την αθλιότητά του.

–        Πού θα χωρέσει όλη αυτή η κακομοιριά;

–        Κανένας δεν το φαντάζεται.

Μόνο τα μέλη της επιτροπής, ένας κι ένας βοηθούμενα από όλους τους κατοίκους του νησιού, τρέχουν τρία μερόνυχτα άγρυπνα, νηστικά, για να μας πουν μετά τρεις μέρες, ότι κανένας πρόσφυγας δεν κοιμάται στο δρόμο. Όλοι σκεπασμένοι και στεγασμένοι όχι κακήν κακώς.

Η πρώτη εβδομάς, η πρόχειρος εβδομάς, της εγκαταστάσεως των προσφύγων στη Σύρο, ίσως μπορεί να παραβληθεί με ότι έκαμαν αι Αθήναι και ο Πειραιεύς ύστερα από ένα εξάμηνο αν πάρωμε τις αναλογίες των πληθυσμών.

Η κατόπιν όμως περίθαλψη των τυχερών προσφύγων της Σύρου δεν παραβάλλεται με την περίθαλψη καμιάς Ελληνικής πόλεως.

Και καταλήγει: Δεν ξέρουμε εμείς οι πρόσφυγες τι μας επιφυλάσσει ακόμα η μοίρα, αλλ’ αν πρόκειται να αφήσουμε μια μέρα το φιλόξενο νησί, θα τ’ αφήσομε με τον ίδιο πόνο, που αφήσαμε την ωραία μας Σμύρνη και τα σπιτάκια μας».

Έτσι συμπαραστάθηκαν οι Συριανοί στους πρόσφυγες Μικρασιάτες.

Το 1923 ιδρύθηκε, σε μεγάλη έκταση που απαλλοτριώθηκε στη θέση «Αυγό», έξω από την πόλη της Ερμούπολης το Αμερικανικό ορφανοτροφείο με έξοδα της Near East Relief Foundation. Στις πελώριες οικοδομές του στεγάστηκαν, μορφώθηκαν και έτυχαν κάθε φροντίδας χιλιάδες ορφανά, κυρίως ελληνικής και αρμενικής καταγωγής.

Όλες σχεδόν οι μαρτυρίες συμφωνούν ότι οι παρεχόμενες από ειδικευμένο προσωπικό υπηρεσίες (μορφωτικές, υγιεινής κλπ) ήταν υποδειγματικές για την εποχή τους. Υπήρχαν τμήματα ραπτικής, κεντήματος, βιβλιοδεσίας και πολλά άλλα για την επαγγελματική προετοιμασία των τροφίμων του Ορφανοτροφείου. Σε αυτό επίσης λειτουργούσαν πλήρη εξατάξια δημοτικά σχολεία, αρρένων και θηλέων.

Αποσπάσματα από καταγεγραμμένη μαρτυρία του Μικρασιάτη δασκάλου μου Ζαχαρία Δρόσου, με τίτλο «Τα παιδιά του Κατακλυσμού», θα ακούσουμε στη συνέχεια τα οποία αναφέρονται στο Αμερικάνικο Ορφανοτροφείο του οποίου τρόφιμος υπήρξε και αυτός, θύμα της Μικρασιατικής τραγωδίας.

Κοινή η μοίρα των Ελλήνων του Πόντου, Μικρασιατών και Αρμενίων. Δεινά, γενοκτονία, προσφυγιά.

Οι Αρμένιοι προηγούνται της Τούρκικης θηριωδίας για να ακολουθήσει η γενοκτονία των Ποντίων και να κλείσει με το δράμα της Μικρασιατικής καταστροφής και τον οριστικό ξεριζωμό των Ελλήνων από τις πατρογονικές εστίες.

Με την καταστροφή της Σμύρνης το Σεπτέμβρη του 1922 τέλειωσε και η ελληνική παρουσία στη Μικρασία.

Από το Αρχείο ενός Φωτορεπόρτερ «Η ΣΜΥΡΝΗ», του Μανώλη Μεγαλοκονόμου διαβάζουμε:

«Μισή ώρα προτού οι Τούρκοι μπουν στη Σμύρνη, ένα μεγάλο στρατιωτικό τμήμα Αρμενίων βάδισε με σταθερό βήμα στον πλακόστρωτο δρόμο του «Και», φορώντας τη στολή του Έλληνος στρατιώτου και με τη λόγχη εφ’ όπλου, με επικεφαλής το στρατηγό Τορκόμ επάνω σε άσπρο άλογο, με μια μαντήλα στο κεφάλι-που είναι το κάλυμμα των Αρμενίων επαναστατών. Μπροστά, δύο σημαιοφόροι που κρατούσαν την ελληνική και την αρμενική σημαία. Πολλά μάτια έκλαιγαν βλέποντας με ελπίδα αυτό το τμήμα, να βαδίζει προς τους τούρκικους μαχαλάδες και το Διοικητήριο. Οι Σμυρνιοί τους φώναζαν ότι οι Τούρκοι είχαν στήσει ενέδρες.

  • Δεν τους φοβόμαστε, απάντησαν και προχώρησαν.

Πολεμώντας, κάθε βήμα, κατόρθωσαν και έφτασαν στον Τσεσμέ. Αυτές ήταν οι τελευταίες σημαίες, η ελληνική και η αρμενική, που πέρασαν υπερήφανες από την προκυμαία της Σμύρνης. Οι Σμυρνιοί ας χρωστούν ευγνωμοσύνη, σ’ αυτούς τους συναδέλφους τους Αρμένιους πολεμιστές.

Αρμενία, Μικρασία, Πόντος

Λες σβήσε το χθες

όλα εδώ τέλος κι αρχή

πες στα χείλη πες

για μας τους τρεις μια προσευχή.