Βαδίζουμε  αισίως στον Μάρτη και μια παλιά παροιμία ελληνική λέει: «Μάρτης  είναι, νάζια κάνει! Πότε κλαίει, πότε γελάει!» Δεν γνωρίζω, εάν κάποιος που δεν είναι Έλληνας θα μπορούσε να την καταλάβει ή να αισθανθεί ότι τον αγγίζει, έστω και λίγο, ωστόσο για μας εδώ στη «χώρα που ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα» νιώθουμε να είναι στο αίμα μας, έχει περάσει από γενιά σε γενιά μέσω του  DNA μας!

Πονηρός και κατεργάρης από καταβολής του ελληνικού κράτους ο Ρωμιός δεν χάνει ευκαιρία να κάνει την …κουτσουκέλα του και ν’ αρχίσει να γελάει σε βάρος εκείνου που «του την έφερε έξυπνα»! Όταν, όμως, τον καταλάβουν κι ακολουθήσει η «θεία δίκη», ε, τότε κλαίει απολαμβάνοντας τις συνέπειες της …εξυπνάδας του! Για να αρχίσει και πάλι να γελάει, όταν θυμηθεί τη ζαβολιά του και τα «ξινισμένα μούτρα» του θύματος!

Μια ζωή ίδιος κι απαράλλαχτος ο Έλληνας !  Αυθόρμητος, απρόβλεπτος, παρορμητικός πρώτα ενεργεί κι ύστερα αρχίζει να σκέφτεται τι έκανε! Αποτέλεσμα; Γέλια και χάχανα στην αρχή, κλάματα στη συνέχεια!

Σε κάθε πτυχή της ζωής του θα τον δούμε μια να κλαίει, μια να γελάει! Ώρες-ώρες θαρρείς πως  ο Μάρτης πήρε τις ελληνικές συνήθειες, γι’ αυτό έγινε …πεντάγνωμος! Όλοι, ποιος λίγο ποιος πολύ, έχουμε βρεθεί σε τέτοια κατάσταση, να γελάμε κι ύστερα να κλαίμε!

Άλλος ντύνεται  στην πένα με ό,τι πιο …σικ και ακριβό ρούχο υπάρχει στις βιτρίνες ή κυκλοφορεί με σπορ αμάξι που φεύγει βολίδα κάνοντας καρδιές να …αναστενάζουν! Και δος του πλατιά χαμόγελα ικανοποίησης και αυταρέσκειας! Ύστερα, όμως, όταν έρχεται η δύσκολη ώρα που πρέπει κάτι να βρει για να πληρώσει τις δόσεις, ε, τότε αρχίζει αυτός να αναστενάζει και να κλαίει!

Άλλος αποφασίζει να γνωρίσει τον κόσμο και, χωρίς πολλή σκέψη, παίρνει ένα …δανειάκι και ποιος τον πιάνει! Πανευτυχής, χαμογελαστός ξεκινά τη δική του «Οδύσσεια», μέχρι μια μέρα να χτυπήσει το …ξυπνητήρι της Τράπεζας και τότε αρχίζει να κλαίει, αφού εκ των υστέρων διαπιστώνει ότι τα «κουκιά δεν του βγαίνουν»!

Τι να θυμηθούμε, τι να ξεχάσουμε από τα καθημερινά κατορθώματα του σύγχρονου Ρωμιού! Μήπως κι όταν αποφασίζει να ψηφίσει, το ίδιο δεν κάνει τις περισσότερες φορές;  Διαλέγει κόμμα και υποψήφιους, ρίχνει την ψήφο του …δαγκωτή και χαμογελά πανευτυχής  την επομένη των εκλογών! Για πόσο; Λίγους μήνες; Ένα χρόνο; Έρχεται η ώρα που το κόμμα «του» παίρνει αποφάσεις που κάνουν το μάτι του να γυαλίζει και τον ίδιο να κλαίει και να φωνάζει αγανακτισμένος «δεν το ‘κοβα καλύτερα, παρά πήγα και τους ψήφισα!» Από το γέλιο στο κλάμα, όπως κάθε φορά!

Έτσι ξεκίνησε, έτσι πορεύεται κι έτσι προβλέπεται να συνεχίσει! «Του Έλληνος ο τράχηλος «ζυγόν  λιτότητας δεν υποφέρει! Όσα και να του τύχουνε, αυτός και πάλι ξέρει!» Τόσα μνημόνια πέρασαν και δεν πτοήθηκε! Τώρα θα …φοβηθεί;

Κι αν η βενζίνη, το ρεύμα, τα τρόφιμα είναι στα ύψη κι αν οι μισθοί …σέρνονται, τι θαρρείτε πως και φέτος τις αποκριές δεν θα γλεντήσει; Αμ, δε! Θα βρει ξανά νέα στολή, νέα μάσκα και θα γλεντήσει πηγαίνοντας από πάρτι σε χορό κι από χορό σε καρναβάλι! Θα βγει, θα χορέψει και θα γελάσει με την καρδιά του!

Μόνο που κάθε φορά την αποκριά ακολουθεί η σαρακοστή και τότε, ε, τότε, τις χαρές και τα γέλια ακολουθούν κλάματα, στεναγμοί, υποχρεωτική νηστεία, μαζί κι η απορία: «Τώρα, τι κάνουμε;»  Ό,τι κάνουμε κάθε φορά! Θα κλάψουμε, μέχρι να το ξεχάσουμε και θ’ αρχίσουμε πάλι να γελάμε!  Εμ, τι; Παίζουμε;

 

Όχι, πέστε μου, άδικο έχω;

Σας χαιρετώ όλοι και σας φιλώ

Μ. Προπέτης