Με ζήλο έπιασε κάποια στιγμή το καβαλέτο,
ξεκίνησε τον πίνακα να φτιάξει γλαφυρό
και γέρος πια τον τέλειωσε, απέρριτο κι αδρό…!
Ήταν το έργο της ζωής του, υποθέτω…!

Βαριά ανασκιρτώντας τον κοιτούσε με τις ώρες…,
έμοιαζε ποντισμένος στα τενάγη των βυθών
ή σαν να ξεχορτάριαζε από το παρελθόν
σε αγκαθότοπο, με ρίζες ψυχοφθόρες…!

Τη θλίψη… είχε φτιάξει, κρύα έρημο τα βράδια!

Τη μοναξιά πιο κει…, κήπο την έκαμε πικρό.
Ζωγράφισε το φόβο …, με φαράγγι ζοφερό …!
Τις εμμονές πιο πέρα…, κόκκινα λιβάδια.

Τους πόθους…, με απόμερους πιο παρακάτω δρόμους.
Τα πέτρινα χωράφια παραπέρα, του καημού…!

Φουρτουνιασμένο πέλαγο το γκρίζο, του θυμού…!
Του δάσους τις σκιές…, με εφιάλτες, τρόμους!

Τον πόνο έκαμε, απόκρημνο βουνό στα ύψη …!
Του πόνου το μεθύσι, χείμαρρο ορμητικό.
Τα λάθη του…, με τείχη πύργο μεσαιωνικό…!
Στο τέλος, έκαμε μιαν ήπειρο… την τύψη…!

Πορτολάνος
Σύρα Αύγουστος 2007