Καθόλου δεν εντυπωσιάστηκε όταν της εξομολογήθηκα ότι η Ιστορία ήταν το μαρτύριο των παιδικών, εφηβικών, νεανικών και λοιπών χρόνων μου και ότι εκείνη είναι η αιτία που έχω γίνει ένθερμη  ακροάτρια τόσο, που «στήνομαι»  στο κανάλι της Βουλής για να παρακολουθήσω μαθήματά της γιατί  με μάγευσε  η σαγηνευτικά αφηγηματική  της γλώσσα. «Πώς να σας αρέσει», μου απάντησε, «έτσι άψυχα και αποστεγνωμένα, όπως πολλές φορές  διδάσκεται». «Επομένως το πρόβλημα δεν είναι μόνον δικό μου, αλλά γενικότερο», σκέφθηκα.

Εν τέλει, ο ερχομός της στη Σύρο ως προσκαλεσμένη  από τον Σύλλογο Μικρασιατών Ερμούπολης για  να αναπτύξει το θέμα: «1821: Συνέχειες και Ασυνέχειες»,  με γέμισε χαρά όχι τόσο γιατί θα μου έδινε  συνέντευξη (άλλωστε η συνομιλία μας δεν ήταν επί της ουσίας συνέντευξη, μιας και ο ενθουσιασμός μου δεν με άφησε να κάνω τη δουλειά μου όπως θα έπρεπε), αλλά γιατί θα είχα μια από τις σπάνιες ευκαιρίες της ζωής μου να γνωρίσω από κοντά αυτή τη γενναία γυναίκα που έφερε επανάσταση στον τρόπο διδασκαλίας, αποδεικνύοντας χαμηλόφωνα, αλλά δυναμικά, ότι για την αδιαφορία της γνώσης της Ιστορίας μας ευθύνονται άλλοι παράγοντες και όχι η αδιαφορία των Ελλήνων για την Ιστορία της πατρίδας τους.

Ο πνευμονολόγος γιατρός  Ηλίας Μανιαδάκης, όταν ανήρτησα μια φωτο της με ανάλογο σχόλιο στον προσωπικό μου λογαριασμό (δεν χρειάζεται να σημειώσω την απίστευτη ανταπόκριση που είχε η παρουσία της στο κοινό της Σύρου),έγραψε: «Η ζωντανή απόδειξη πως ο καλλιεργημένος άνθρωπος είναι απλός, χαμογελαστός και προσιτός…. Πραγματικά υπέροχη…» και επιβεβαίωσε την εντύπωση που μου έκανε μόλις συστηθήκαμε.

Ευγενική, χαμογελαστή, ιδιαίτερα επικοινωνιακή, με ένα ντύσιμο τόσο απλό ώστε με έκανε να αισθανθώ άβολα που φορούσα σακάκι, κάθισε στο σκαλοπάτι στην άκρη της σκηνής του θεάτρου Απόλλων με το μικρόφωνο στο χέρι, την πλατεία γεμάτη από κόσμο, και περίμενε την έναρξη της εκδήλωσης.

Ούτε εντυπωσιακές είσοδοι μετά χειροκροτημάτων ούτε παρουσιάσεις τύπου «δοξάστε με» ούτε καν προσφορά ως αντίδωρο για την διδασκαλία της ένα δείπνο από τον Σύλλογο, μετά την κόπωση μιας απνευστί επί τρείς ώρες ομιλίας.

Πρωτόγνωρα πράγματα για εμάς τους διοργανωτές της εκδήλωσης, πρωτόγνωρα πράγματα για εμάς τους δημοσιογράφους που ακολουθούμε κατά πόδας τον κάθε εξέχοντα προσκαλεσμένο. Τίποτα απ’ όλα αυτά.

Η κ. Μαρία ή Μαρώ Ευθυμίου, η γνωστή διαπρεπής ιστορικός, σπούδασε Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και, κατόπιν, πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης στη Γαλλία όπου, ανάμεσα σε άλλους, είχε καθηγήτρια την Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ και τον Σπύρο Ασδραχά.

Ο πατέρας της, Δημήτριος Ευθυμίου, ήταν φιλόλογος, διευθυντής των Ελληνικών Ταχυδρομείων. Η μητέρα της, Χριστίνα Βακάλη, ήταν δασκάλα και αδελφός της ο πρώην υπουργός Παιδείας Πέτρος Ευθυμίου, φιλόλογος, δημοσιογράφος και πολιτικός.

Είναι μητέρα δύο ξεχωριστών νεαρών ανδρών, του Γιωργή και του Ρήγα Χατζηλάκου, και γιαγιά τεσσάρων εγγονών.

Το 1984 ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή.

Από το 1977 μέχρι το 1979 διετέλεσε ερευνήτρια στο Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα.

Έχει διδάξει, επίσης, στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Από το 1981 διδάσκει Ιστορία του Νέου Ελληνισμού και  Παγκόσμια Ιστορία στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Έχει συγγράψει και επιμεληθεί έξι βιβλία ιστορίας και έχουν δημοσιευθεί περί τα 85 άρθρα και συμβολές της σε επιστημονικά συνέδρια και περιοδικά Ιστορίας, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Έχει διδαχθεί επτά ξένες γλώσσες: αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, τουρκικά και αλβανικά.

Το 2013 τιμήθηκε με το Βραβείο Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας από τον πρώην πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια.

Συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα ονόματα που θα πρότεινε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης για Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Αυτή η ξεχωριστή προσωπικότητα μάς επισκέφτηκε αθόρυβα, γέμισε απλόχερα με χρυσάφι τις γνώσεις και την καρδιά μας και αποχώρησε χωρίς τις συνήθεις τυμπανοκρουσίες.

Την παρακολουθήσαμε πολύ προσεκτικά να διηγείται την γέννηση του έθνους μας με ζωντάνια, κριτική ματιά και με ιδιαίτερη ευαισθησία. Ξεδίπλωσε  γνωστές και άγνωστες πτυχές του 1821. Εστίασε στη μάστιγα του διχασμού  προσεγγίζοντας τα γεγονότα μέσα από τις ανθρώπινες συμπεριφορές, όπως αυτές διαπλάστηκαν από τα ήθη και τις συνθήκες των συγκεκριμένων χρονικών σημείων.

Το κοινό ακούμπησε την εμπιστοσύνη του πάνω της ακολουθώντας τη διεισδυτική  και περισκοπική ματιά της, έτσι όπως εισερχόταν στα βάθη της Ιστορίας,  ερμηνεύοντας χαρακτήρες ηρώων και νοοτροπίες που διαμόρφωσαν τις κοινωνικές  συνθήκες.

Είναι η ίδια που, ως μέλος του Συλλόγου Μελών Δ.Ε.Π. της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, έστειλε την  παραίτησή της, προ ετών, με μια επιστολή καταπέλτη για τον ευτελισμό τού Συλλόγου, όπου ξεκάθαρα τόνιζε μεταξύ άλλων ότι «Η αίσθησή μου είναι ότι εμείς είμαστε –από πολλού – ένας “κακός σύλλογος” που έχει περιχαρακώσει τους στόχους του σε  ό,τι πάγιο διέλυε την χώρα μας κατά την τελευταία τριακονταετία: ασταμάτητες απεργίες και “αγωνιστικές κινητοποιήσεις” μονίμως “αγανακτισμένων”, “αγωνιζομένων πολιτών” που εκβίαζαν ένα εκβιάσιμο κράτος προκειμένου να επιτύχουν επιπλέον παροχές και προνόμια, γνωρίζοντας πως τούτο – για την ελεεινή πολιτική του επιβίωση, και μόνον- θα τα παραχωρούσε τελικά (με δανεικά) και, έτσι, ο “ηρωϊκός αγώνας των εργαζομένων” θα εύρισκε “την δικαίωσή του”.

Αν ο Σύλλογος είχε αγωνία για το μαθησιακό περιβάλλον της Σχολής και για την αξιοπρέπεια της εργασίας των μελών του…. θα αντιμετώπιζε την ανισότητα εργασίας σε μία Σχολή όπου κάποιοι δουλεύουν ελάχιστα, την ώρα που άλλοι, σαν τον Άτλαντα, προσπαθούν, με φόρτο εργασίας απερίγραπτο, να καλύψουν την επιτηδειότητα των μη εργαζομένων συναδέλφων τους. Οι οποίοι μη εργαζόμενοι συνάδελφοι είναι – καθόλου τυχαία- πρώτοι ανάμεσα σ’ εκείνους που δίδουν προβιβάσιμους βαθμούς σε γραπτά βαρύτατης αμάθειας (γλωσσικής και ουσιαστικής), κινδυνεύοντας να μετατρέψουν τα πτυχία της Σχολής μας -όπως ήδη έχει συμβεί σε περιφερειακά πανεπιστημιακά τμήματα- σε ένα είδος πανεπιστημιακής Ζακύνθου στην οποία μοιράζονται “πιστοποιητικά τυφλότητας” και όχι πτυχία βαθειάς γνώσης και ουσιαστικής, επιστημονικής, απαιτητικής και συστηματικής μάθησης».

Είναι εκείνη που, όταν υποστήριξε δημόσια πως τα ελληνικά πανεπιστήμια, έχουν μεταβληθεί σε χώρους ανομίας και βαρβαρότητας, δέχθηκε απειλές από αναρχική ομάδα ότι «θα τους βρει απέναντί της» και, σε απάντηση, στήθηκε έξω από το Πανεπιστήμιο με ιδιόχειρο πανό που έγραφε: «Σιγά και μη φοβηθούμε»!

Όπως φαίνεται, το ιδιόχειρο πανό διαμαρτυρίας είναι η άμυνά της καθώς, την ημέρα που ξέσπασε η κρίση στην χώρα μας και το γερμανικό περιοδικό Focus  κυκλοφόρησε με εξώφυλλο χυδαία προσβλητικό για την Ελλάδα και τον πολιτισμό της, στήθηκε  μόνη της για ώρες με χειρόγραφο πλακάτ αποδοκιμασίας  έξω από την Γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα.

Προ έτους, παραιτήθηκε από την Επιτροπή «Ελλάδα 2021».

Αντιληπτό, λοιπόν, γίνεται ότι δεν μασά τα λόγια της και έχει θέσεις ψυχωμένες και κρυστάλλινες.

Αυτή η σπάνια γυναίκα αποφάσισε, από το 2007, να διδάσκει δωρεάν σε όλη την Ελλάδα, κύκλους παγκόσμιας και ελληνικής Ιστορίας σε δήμους, πολιτιστικούς συλλόγους, βιβλιοθήκες, κέντρα απεξάρτησης, φυλακές της χώρας. Τα μαθήματά της έχουν καλύψει πάνω από 3.500 ώρες διδασκαλίας και τα έχουν παρακολουθήσει δεκάδες χιλιάδες άτομα, φέρνοντας επανάσταση στο αραχνιασμένο και αδιαμπερές κατεστημένο της διδασκαλίας.

Τη στιγμή που καταγράφονται χιλιάδες μέρες απεργιών με χαμένες διδακτικές ώρες, τη στιγμή που χιλιάδες ελληνόπουλα δεν έχουν ιδέα, ούτε διάθεση να μάθουν πότε έγινε π.χ η Μικρασιατική καταστροφή και γιατί αποτελεί Ημέρα Μνήμης για τον ελληνισμό, εκείνη δίνει παντού διαλέξεις για τους διψασμένους Έλληνες όλων των ηλικιών με την αιτιολογία ότι δεν ήθελε να έχει η πατρίδα της ανάγκες όπου ίσως μπορούσε να βοηθήσει και δεν το έκανε.

Κι όμως. Όταν τη ρώτησα «Αν είναι επαναστάτρια» -ερώτηση την οποία σκεφτόμουν κάθε φορά που την έβλεπα να διδάσκει στην τηλεόραση, κάθε φορά που διάβαζα άρθρα για αυτήν την ανιδιοτελή προσφορά της- έκανε παύση δευτερολέπτων πριν μου απαντήσει:

«Μου βάζετε μια ερώτηση που με προβληματίζει. Αν ο όρος επαναστάτης περιλαμβάνει αυτόν ο οποίος ανατρέπει κάτι που είναι παγιωμένο, με την έννοια αυτή, σε έναν βαθμό, μπορεί. Μπορεί, γιατί κάποια απ’ αυτά που κάνω δεν ανήκουν στον κεντρικό κορμό των όσων έχουμε δεχθεί και υπηρετούμε γενικά σαν κοινωνία  -τουλάχιστον τις τελευταίες δεκαετίες, περίπου μισόν αιώνα. Αυτό μόνο, όχι κάτι άλλο».

Όταν της ανέφερα τις διαμαρτυρίες της με τα πανό, είπε αυθόρμητα -θεωρώντας αυτονόητη την αντίδραση για την προσβολή της Ελλάδας από το γερμανικό περιοδικό: «Αισθάνθηκα πως κάπως έπρεπε να αντιδράσω.  Έτσι, σαν τον εσταυρωμένο, στήθηκα, για ώρες, έξω από τη Γερμανική πρεσβεία. Και αυτό παρότι, συνολικά, εκτιμώ τον ευρωπαϊκό πολιτισμό  – και τον Γερμανικό. Ωστόσο, δεν έχει κανείς το δικαίωμα να προσβάλει τόσο χυδαία την κοινωνία μου, την κοινωνία στην οποία ζω».

Διευκρινίζει ότι ποτέ δεν εξέφρασε δημόσια τους λόγους που αποχώρησε από την «Επιτροπή Ελλάδα 2021» καθώς, στην επιστολή παραίτησής της,  ανέφερε απλά «παρακαλώ δεχθείτε την παραίτησή μου» . «Προφανώς είχα τους λόγους μου,  όμως οι αιτίες που εγράφησαν ήταν εικασίες της εφημερίδας που δημοσίευσε την είδηση της παραίτησής μου και τίποτε άλλο».

Γιατί αποφασίσατε  να διδάσκετε Ιστορία δωρεάν; 

«Το έκανα για να νοιώθω καλά με τον εαυτό μου Δεν ήθελα να έχει η πατρίδα μου ανάγκες όπου ίσως μπορούσα να βοηθήσω και δεν το έκανα. Είπα, θα το κάνω. Αν ενδιαφέρει κάποιους, έχει καλώς. Αν δεν ενδιαφέρει, θα γυρίσω στη γωνιά μου.

Πραγματικά δεν περίμενα να παρακολουθούν τα μαθήματα τόσες χιλιάδες άνθρωποι. Τι να πω… Με συγκινεί… Δεν το περίμενα… Ήταν έκπληξη.

Σήμερα νοιώθω ο πιο πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο.  Έχω εισπράξει τόση ευγένεια, τόση ευγνωμοσύνη. Άνευ λόγου, θα έλεγα, γιατί δεν μού αναλογεί, αλλά ο Έλληνας είναι μεγαλόδωρος και το δείχνει. Έχω ανταμειφθεί από μιαν Ελλάδα πανέμορφη»

Η γλώσσα μας έχει αλλοιωθεί;

«Εξακολουθεί η ελληνική γλώσσα να υπηρετείται από άξιους χρήστες και η λογοτεχνία μας και η ποίησή μας εξακολουθούν να βρίσκονται πολύ υψηλά. Που θα πει ότι παράγεται σπουδαίο γλωσσικό υλικό. Αλλά, στην καθημερινότητα μας, είμαστε  επιπόλαιοι και είναι και τα Μ.Μ.Ε που παίζουν τεράστιο ρόλο. Δεν δίνουν, κατά κανόνα,  σημασία και  προσοχή, παρότι, στην πράξη,  είναι δάσκαλοι γλώσσας. Ακόμη και ο πιο τυχαίος παρουσιαστής δεν παύει να είναι για τους άλλους ένας δάσκαλος, καλός ή κακός,  με τον τρόπο που την χειρίζεται».

Οι εκπαιδευτικοί έχουν παίξει ρόλο;

«Να σας πω, δεν παρακολουθώ την εκπαίδευση στην Α/θμια και Β΄θμια. Γνωρίζω όμως ότι φοιτητές μας δεν έχουν καλή γνώση της ελληνικής διότι έχει πάψει το σχολείο να είναι απαιτητικό. Όλα τα παιδιά παίρνουν 19 και 20 . Πρόκειται περί γελοιότητος. Προφανώς, για να δίνονταιτόσο μαζικά και εύκολα αυτοί οι βαθμοί, δεν γίνεται σωστή δουλειά στα σχολεία.

Τα παιδιά δεν μαθαίνουν καλά την ελληνική γλώσσα ούτε με κανόνες ούτε με συστηματική προσπάθεια. Όχι όλα, αλλά φαίνεται ότι σε πολλά σχολεία δεν γίνεται σωστή δουλειά.

Τους όρους τους Αγγλικούς όλοι μας τους υιοθετούμε με τόση ευκολία, ενώ θα μπορούσαμε να τους αντικαταστήσουμε με ελληνικούς όρους. Για τη λέξη ιντερνέτ, π.χ.,  που είναι μια καινούργια εφεύρεση, ο κ. Μπαμπινιώτης μόνος του δημιούργησε τη λέξη «διαδίκτυο» και πέρασε και τη χρησιμοποιούμε. Αυτό είναι μία νίκη της γλώσσας μας και των δυνατοτήτων εξέλιξής της».

Για τον διχασμό των Ελλήνων ήταν ξεκάθαρη. «Ίσως επειδή έχουμε τον Εμφύλιο που μας κυνηγάει  -από το 1943, στην ουσία-  και διαβρώνει τα πάντα, έχουμε  αποσαπίσει μέσα σ αυτήν τη βλαπτική πόλωση που διαρκεί σχεδόν 80 χρόνια. Παραείναι! Λειτουργεί μόνον πια μόνον ως  δείγμα ανοησίαςδηλητηριάζοντας,  στην ουσία, όλες μας τις προσπάθειες και όλα μας τα αισθήματα.

Έγινε και η δικτατορία η οποία υπερκαπηλεύτηκε την έννοια της πατρίδας. ‘Όλα α αυτά κάμανε ένα αμάγαλμα που μας ώθησε να μη θέλουμε να μιλήσουμε για την κοινωνία μας. Να μην αισθανόμαστε άνετα να πούμε ότι τη νοιαζόμαστε, την αγαπάμε. Κάτι που είναι αυτονόητο. Η κοινωνία σου είναι το κέλυφός σου. Είναι ό,τι είναι για το σαλιγκάρι το καύκαλό του. Άμα σπάσει, πού θα ζήσεις;  Είναι τόσο απλό. Εξ άλλου, όταν αγαπήσεις την κοινωνία σου, έχεις τη δυνατότητα να κατανοήσεις και τις άλλες κοινωνίες γιατί ξέρεις τι θα πει για τον καθένα να αγαπάει την κοινωνία του.

Είμαστε  μια κοινωνία σε μετάβαση. Έχω την αίσθηση ότι είμαστε σε καλύτερη  φάση, ότι γινόμαστε, μέρα με τη μέρα, πιο στοχαστικοί, πιο υπεύθυνοι, πιο σοβαροί όσον αφορά το κοινό καλό. Το ζήτημα είναι αν θα διατηρήσουμε αυτήν την πορεία βελτίωσης, αν θα την εμβαθύνουμε. Είναι μία κρίσιμη παράμετρος αυτή.

Η Ελλάδα δεν είναι μια αποτυχημένη χώρα. Θα μπορούσε, βέβαια, να είναι πολύ πιο επιτυχημένη αν είχαμε άλλες νοοτροπίες, αν είμασταν λιγότερο επιπόλαιοι,  λιγότερο υπερβολικοί, λιγότερο ευκολοκατήγοροι, λιγότερο πολωτικοί. Όλο αυτό το πακέτο είναι αυτοκαταστροφικό. Ωστόσο εξακολουθούμε ως χώρα να είμαστε η πιο επιτυχημένη των Βαλκάνιων. Βέβαια, ολόγυρα μας, άλλοι λαοί προχωρούν πιο γρήγορα και μπορεί να μας ξεπεράσουν. Αυτό πρέπει να μας κινητοποιήσει ώστε και εμείς να κρατήσουμε καλό τον ρυθμό της προόδου μας. Δεν θα μάς περιμένει η Ιστορία.

…Θα μπορούν οι απόγονοί μας να υπερηφανεύονται για μας όπως εμείς για τους προγόνους μας;

«Εγώ, συμβαίνει, μέσω των μαθημάτων στο ευρύ κοινό, να έχω δει την καλύτερη Ελλάδα. Ανθρώπους που έρχονται να ακούσουν το μάθημα μιας κυρίας που μιλάει ακατάπαυστα επί 3 ώρες και εκείνοι είναι όρθιοι ή  με σκαμνάκια,  αποφασισμένοι να κοπιάσουν για κάτι που τους αρέσει. Μόνο και μόνο αυτό δείχνει μια ποιότητα. Αυτήν την Ελλάδα έχω δει εγώ- και έχω δει  πολλές χιλιάδες ανθρώπων αυτά τα 15 χρόνια. Μια Ελλάδα φωτεινή και ευγενή».

Την αγαπάμε, άραγε, αυτήν την Ελλάδα;

Νομίζω πως, όλο και περισσότεροι από εμάς, ναι. Κι έχω να σας πω ότι, επειδή και τα δυο μου αγόρια είναι στο εξωτερικό εδώ και δυο περίπου δεκαετίες -όπως συμβαίνει με άλλα 500.000 περίπου παιδιά μας-  η λατρεία αυτών των παιδιών για την πατρίδα τους είναι απερίγραπτη. Τι να πω … δεν ξέρω τι θα φέρει αυτή η αγάπη. Μόνον καλά, υποθέτω.

Βέβαια, υπάρχουν και οι βίαιες ομάδες που, υπό δήθεν ιδεολογικό προκάλυμμα,  εδώ και δεκαετίες, θεωρούν αυτονόητο δικαίωμά τους να εκβιάζουν, να απειλούν, να συκοφαντούν, να στρεψοδικούν, να υπονομεύουν, να καταστρέφουν, να βανδαλίζουν, να καίνε, να διαλύουν. Λίγοι  άνθρωποι αλλά ειδικευμένοι στο να  δημιουργούν ένταση και  εντυπώσεις . Είκοσι, διακόσια, χίλια άτομα  δημιουργούν εντυπώσεις για τα δέκα εκατομμύρια. Αυτό είναι μια από τις πληγές μας. Και γιατί; Γιατί όλοι οι υπόλοιποι το επιτρέπουμε, με την απραγία και απάθειά μας. Κι ας χάνεται, έτσι, το μέλλον και η κοινωνία μας».