«Όταν μιλάμε για ένα δεύτερο κύμα, παραδοσιακά αυτό που συχνά εννοούμε είναι ότι θα υπάρξει ένα πρώτο κύμα της νόσου από μόνο του, και στη συνέχεια θα επαναληφθεί μήνες αργότερα. Και αυτό μπορεί να είναι η πραγματικότητα για πολλές χώρες για πολλούς μήνες… Αλλά πρέπει επίσης να έχουμε επίγνωση του γεγονότος ότι η ασθένεια μπορεί να αναπηδήσει ανά πάσα στιγμή. Δεν μπορούμε να κάνουμε υποθέσεις ότι επειδή η ασθένεια βρίσκεται σε καθοδική πορεία τώρα θα συνεχίσει να υποχωρεί και θα έχουμε αρκετούς μήνες για να ετοιμαστούμε για ένα δεύτερο κύμα. Μπορεί να έχουμε μια δεύτερη κορύφωση σε αυτό το κύμα».( Μάικλ Ράιαν, ο επικεφαλής του Οργανισμού για καταστάσεις Έκτακτης Ανάγκης.)
Την πρώτη μέρα, ημέρα Δευτέρα, βολτάριζε ο κόσμος στην παρλιακή, έξω από τα μαγαζιά, καφενεία, μπαράκια και φαγάδικα, ρίχνοντας μια διστακτική ματιά στα τραπεζοκαθίσματα, υπολογίζοντας στο περίπου τις διαστάσεις και τις αποστάσεις, τα συν και τα πλήν, προσομοιώνοντας τους εαυτούς τους ο καθένας μαζί με τον ή τους κολλητούς τους να κάθονται και να πίνουν τον καφέ ή το ποτό τους, στην μετά την καραντίνα εποχή.
Τη δεύτερη μέρα, ημέρα Τρίτη, λίγες παρέες έκαναν το ποδαρικό στα μπαράκια και τα καφέ της παραλιακής. Το ίδιο σκηνικό την Τετάρτη και την Πέμπτη. Και σκεφτόμουν ότι οι άνθρωποι τελικά είναι μεταλλαγμένα ζωάκια-να σημειώσω εδώ, ότι λατρεύω όλα τα ζώα του πλανήτη, κάποιες φορές περισσότερο από το είδος μου. Βιώνοντας μια καινοφανή κατάσταση, έναν αλλαγμένο ή νέο χώρο, τα ζώα φερμάρουν, οσμίζονται, παρατηρούν, κοιτάζουν από μακριά και πλησιάζουν ακροποδητί, μην τυχόν και βρουν εχθρικό έδαφος…
Έτσι λοιπόν κι εμείς. Επιφυλακτικοί στην αρχή, είπαμε να ξαμοληθούμε στα ανοιχτά πλέον μαγαζιά, ελεύθεροι κι ωραίοι, να πάρουμε επιτέλους την ανάσα μας μετά την κλεισούρα, ωστόσο με μέτρα δεύτερης φάσης, τουτέστιν χέρια καθαρά, αποστάσεις και μάσκες. Οι πλέον απαισιόδοξοι από εμάς, λέγαν ότι μπα, ο κόσμος δεν θα ξαναπάει στα μπαράκια όπως πριν, τίποτα δεν θα είναι όπως πριν, όλα άλλαξαν προς το χειρότερο, εκείνη η ανέμελη προ κορωνοϊού ελευθερία μας τελείωσε. Και τι, να βλέπω τα φιλαράκια μου και να με κρατάνε σε απόσταση σαν να είμαι λεπρός, και να μην μπορώ να αγκαλιάσω και να φιλήσω την κολλητή μου, και να με αναγκάσουν να φοράω μάσκα λες και είμαι ληστής ή τρομοκράτης και να μου δημιουργούν προβλήματα οι μαγαζάτορες και τα γκαρσόνια, κύριε σας παρακαλώ πρέπει να φύγετε σε μισή ώρα διότι πρέπει να καθίσει το υπόλοιπο 50% της πελατείας, καταπίεση σκέτη, και ξενέρωμα.
Ο κόσμος φοβάται, έλεγαν όλοι, και δεν θα βγαίνει όπως πριν. Δεν ακούτε που λέει ο ΠΟΥ και άλλοι επιστήμονες, ότι θα έρθει και δεύτερο κύμα, ίσως και χειρότερο από το πρώτο, δεν τη γλυτώσαμε ακόμη, ο αόρατος εχθρός είναι εδώ και καραδοκεί, άλλωστε βγήκε και μια κινέζα επιστήμονας και είπε ότι θα έχουμε επίθεση από πολλών ειδών ιούς τα επόμενα χρόνια, ίσως λόγω υπερπληθυσμού, ίσως λόγω κλιματικής αλλαγής, ο κίνδυνος για τη ζωή μας παραμονεύει.
Εντάξει, τους ακούμε τους επιστήμονες, καθηλωμένοι ευλαβικά ακούγαμε τον κύριο Τσιόδρα ο οποίος σίγουρα μας έσωσε από τα χειρότερα, και τώρα, ελεύθεροι πλέον και ωραίοι, προσέχουμε για να έχουμε, ο κίνδυνος σίγουρα παραμονεύει.
Ωστόσο η ζωή συνεχίζεται. Η ζωή είναι αυτό που είναι και δεν μπορεί να αλλάξει. Ίσως μπορεί να μεταλλαχθεί, να προσαρμοστεί σε νέα δεδομένα και συνθήκες, αλλά θα είναι πάντα σε μιαν αιώνια κίνηση. Μα, μπορεί να πεθάνουμε, σου λένε οι επιστήμονες. Ναι, αλλά μέχρι να πεθάνουμε θα ζήσουμε. Αλλιώς θα μετατραπούμε σε ζόμπι, walking dead, εφιλατικοί βρυκόλακες που θα σέρνονται μέσα σε σπίτια- φυλακές και σε πόλεις-κάστρα, με πιτζάμες και παντόφλες όλη μέρα, να μη γνωρίζουν τι ώρα είναι, να μη θυμούνται τι μέρα είναι και πόσες έχουμε σήμερα, και να κλείνουν τα μάτια μας μπροστά στην οθονίτσα του PC μας περιμένοντας το εμβόλιο της υψίστης ασφαλείας, δηλαδή τον Γκοντό…
Στο μεταξύ η ζωή, όπως προείπαμε, συνεχίζεται. Παρασκευή και Σάββατο βράδυ, τα μπαράκια γεμάτα. Με τα τραπέζια φυσικά σε αποστάσεις ασφαλείας, αλλά με τις καρέκλες σε αποστάσεις αναπνοής.
Γεμάτοι οι δρόμοι, τα σοκάκια και η πλατεία της Ερμούπολης, τα μπαράκια και τα φαγάδικα της παραλιακής, από νέους, μαθητές και φοιτητές κυρίως, που τιτίβιζαν σαν πουλάκια, χάρμα οφθαλμών και ώτων. Αχ η νεολαία, αυτή είναι η ζωή. Και συνεχίζεται σε πείσμα των κορωνοϊών και των επιστημόνων. Και δεν μπορεί κανείς, μα κανείς να την εμποδίσει. Μέχρι να ολοκληρώσει τον κύκλο της και να ξαναρχίσει πάλι από την αρχή. Καλό καλοκαίρι.































