Μόλις άρχισαν να κτίζονται τα πρώτα σπίτια στην Ερμούπολη, κατασκευάστηκαν και οι πρώτοι δρόμοι που ακόμα έχουν το ίδιο όνομα, όπως του Απόλλωνα και Χαρίτων, και άλλοι που έχουν αλλάξει, όπως είναι η «οδός» που κατέληγε στη μεγάλη πλατεία.
Με το σχέδιο πόλης που εγκρίθηκε με βασιλικό διάταγμα, η «μεγάλη οδός» άλλαξε όνομα, γίνεται Ερμού και η μεγάλη πλατεία παίρνει το όνομα Όθωνος, για να γίνει αργότερα Λεωτσάκου και μετά από καιρό Μιαούλη.
Στις αρχές του 19ου αιώνα, η έκταση της πλατείας ήταν αμμώδης και το μοναδικό κτίσμα που υπήρχε ήταν το περιβόλι της οικογένειας Σαλάχα, στα βορειοδυτικά, που διέθετε δύο πηγάδια, από τα οποία διάφοροι έποικοι αγόραζαν νερό εκείνα τα χρόνια.
Το περιβόλι αυτό αγοράστηκε από τον Δήμο Ερμουπόλεως το 1847 και αμέσως ανατέθηκε στον Βαυαρό αρχιτέκτονα Βίλχελμ φον Βάιλερ να δημιουργήσει σχέδιο για τη διαμόρφωση της πλατείας. Αποφασίστηκε να ονομαστεί «Πλατεία Όθωνος» προς τιμήν του πρώτου βασιλιά της χώρας.
Την εποχή εκείνη, η έκταση είχε καλυφθεί από κάθε είδους μικρά κτίρια (καπηλειά, αλογόμυλοι και παραπήγματα), ενώ τον ελεύθερο χώρο καταλάμβαναν κάθε τόσο αυτοσχέδια θεάματα, όπως του Ιταλού θαυματοποιού Γιαμπατίστα (1845) και το ξύλινο αμφιθέατρο του Γερμανού Λαμπεργέρ (1853).
Μέσα στα επόμενα χρόνια, ωστόσο, άρχισαν να χτίζονται τα γύρω κτίρια στα πρότυπα των ευρωπαϊκών και κυρίως ιταλικών πόλεων, δίνοντας έτσι σχήμα στην πλατεία, ενώ οι διάφοροι πωλητές εγκαταστάθηκαν πλέον στο νεόκτιστο Παντοπωλείο (1855). Το 1860 αποπερατώθηκε μια πρώτη ισοπέδωση του εδάφους.
Πρώτα η πλατεία Όθωνος ή Λεωτσάκου ή Μιαούλη, ήταν ένας χώρος ταξικού διαχωρισμού των κατοίκων της Ερμούπολης, Απάνω Σύρας και των περιχώρων. Η πλατεία χωρίζονταν νοητά σε τρεις (3) λουρίδες που άρχιζαν από τα δυτικά της και τελείωναν ανατολικά, εκεί που είναι σήμερα κτισμένο το μέγαρο του Ο.Τ.Ε.
Η μία λουρίδα ήτανε προς το μέρος του Δημαρχείου. Μετά ήταν η άλλη και η τρίτη ήταν νοτιότερα προς τη μεριά της μαρμάρινης εξέδρας. Προς την πλευρά της πρώτης, κάτω από το Δημαρχείο έως και κάτω από το σημερινό μέγαρο του Ο.Τ.Ε. μέχρι και στην πλευρά της τρίτης λουρίδας, δηλαδή, από το ανατολικό μέρος (Ο.Τ.Ε.) έως το άγαλμα του Μιαούλη, βρίσκονταν τα καφενεία και οι μπυραρίες της αριστοκρατίας.
Στο υπόλοιπο της τρίτης λουρίδας, στο νότιο και στο δυτικό τμήμα της πλατείας, ήταν όλα σχεδόν τα κέντρα κατωτέρων κοινωνικών τάξεων.
Στο χώρο της πλατείας, κάθε καλοκαιρινό και ηλιόλουστο χειμερινό απόγευμα και βράδυ, βολτάριζαν μια επάνω, μια κάτω, όλες οι κοινωνικές τάξεις των κατοίκων του νησιού, όχι όπως τύχαινε, μα με κανόνες που δεν παραβιάζονταν από κανέναν.
Στην πρώτη λουρίδα βολτάριζαν οι αριστοκράτες, οι βιομήχανοι, οι μεγάλοι ασφαλιστές και οι τραπεζίτες. Η μεσαία λουρίδα ήταν για δημοσίους υπαλλήλους και μικροεπιχειρηματίες. Στην τρίτη προς την εξέδρα την νοτιότερη, ήταν τα δουλικά, οι υπηρέτριες όπως έλεγαν τότε… Αργότερα τις έλεγαν οικιακές βοηθούς, όπως και σήμερα. Επίσης βολτάριζαν εκεί και οι εργάτες.
Ταξικός διαχωρισμός γίνονταν και στα κέντρα ψυχαγωγίας. Αλλού η Α’ Τάξη, αλλού η Β’ Τάξη και αλλού η Γ’ Τάξη.
Η πλατεία δεν ήτανε μόνο χώρος διαχωρισμού των κοινωνικών τάξεων. Ήτανε και ένας απέραντος χρηματιστηριακός χώρος. Στην πλατεία, εκεί που έκαναν τις βόλτες τους, έκλειναν οι επιχειρηματίες συμφωνίες εμπορικές, συμφωνίες για δάνεια, αγοροπωλησίες. Εκεί αποφάσιζαν το άνοιγμα ή το κλείσιμο κάποιου εργοστασίου, ή εμπορικής επιχείρησης.
Μετά από το κλείσιμο κάποιας οικονομικής δουλειάς, ακολουθούσε και μια θυσία στο ΒΑΚΧΟ που είχε το στέκι του εκεί στα γύρω μαγαζιά για επισφράγιση της συμφωνίας, η οποία θα έπαιρνε την οριστική μορφή την άλλη μέρα σε κάποιο εμπορικό γραφείο, ή σε συμβολαιογράφο, ή σε δικηγόρο, όπου γίνονταν και η ανταλλαγή υπογραφών.
Όσοι δεν βολτάριζαν, κάθονταν στα τραπεζάκια που έστρωναν όσοι είχανε καταστήματα – κέντρα – και τα τραπέζια έπιαναν χώρο στην πλατεία σε σχήμα «Π». Τα καταστήματα με το προσωπικό έτοιμο να πάρουνε παραγγελίες, να φωνάζουν πριν μπούνε στο μαγαζί τα γκαρσόνια και να παίρνουν τους δίσκους γεμάτους από προηγούμενες παραγγελίες και έτσι σερβίριζαν όσους κάθονταν στις καρέκλες γιατί στην πλάτη της καρέκλας έγραφε και τον τίτλο του μαγαζιού, όπως ΠΑΝΘΕΟΝ, ΜΑΥΡΟΣ, ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΟΥΤΣΗΣ κ.λπ.


































