Η άγνωστη ιστορία της Μελπομένης Σταμάτας Ρεβίθη. Ενός πάμφτωχου και πονεμένου από τη ζωή και την τύχη κοριτσιού
από τη Σύρο, που είναι η πρώτη καταγεγραμμένη γυναίκα μαραθωνοδρόμος.

Κατάφερε και έτρεξε στο Μαραθώνιο του 1896, τον ίδιο εκείνο αγώνα όπου ο Σπύρος Λούης ανακηρύχτηκε νικητής και εθνικός ήρωας. Μόνο που αυτή η ενέργεια έμεινε στην αφάνεια, αφού κανείς δεν της το αναγνώρισε καθώς εκείνη την εποχή οι γυναίκες απαγορεύονταν να συμμετέχουν σε αθλητικά δρώμενα.

Την πέμπτη ημέρα των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων του 1896, στην Αθήνα, δέσποζε το αγώνισμα του Μαραθωνίου. Ένα αγώνισμα που είχε εισηγηθεί ο γάλλος φιλόλογος Μισέλ Μπρεάλ, σε ανάμνηση της διαδρομής του Φειδιππίδη, μετά τη Μάχη του Μαραθώνα. Την Παρασκευή 29 Μαρτίου 1896 (10 Απριλίου με το νέο ημερολόγιο), 17 αθλητές από πέντε χώρες παρατάχθηκαν στην αφετηρία, στη γέφυρα του Μαραθώνα, για να διανύσουν τα 40 χιλιόμετρα της διαδρομής μέχρι τον τερματισμό στο Παναθηναϊκό Στάδιο, όπου 100.000 κόσμου είχε συγκεντρωθεί για να αποθεώσει τους νικητές, πιστεύοντας ακράδαντα ότι κάποιος Έλληνας θα κόψει πρώτος το νήμα.

Έτσι και έγινε. Ο Σπύρος Λούης μπήκε, πράγματι, πρώτος στο Παναθηναϊκό Στάδιο, μέσα σε γενικό παραλήρημα των φιλάθλων.
Ανάμεσα  στους πρώτους βρίσκονταν όμως και μια κοπέλα. Μια Συριανή. Δεν της επιτράπηκε όμως η είσοδος στο ολυμπιακό στάδιο. Αυτή είναι η απίστευτη ιστορία της Μελπομένης Σταμάτας Ρεβίθη που παρουσιάστηκε από τον ξένο Τύπο ως μια σύγχρονη Μούσα.

Οι “Αθάνατοι”, τότε, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ακύρωσαν τη συμμετοχή της “διότι δεν ήταν σύμφωνη με το πνεύμα των Αγώνων”.

«Αν με εμποδίζουν τα παπούτσια μου θα τα βγάλω», ήταν η δήλωση που είχε κάνει η ίδια στην εφημερίδα «Εστία» την 4η Απριλίου του 1896.

Αντίθετα με το πνεύμα της εποχής

Η Μελπομένη Σταμάτα Ρεβίθη γεννήθηκε το 1866 στη Σύρο, αλλά – αμέσως μετά τη γέννησή της – οι γονείς της μετακόμισαν στον Πειραιά προκειμένου να βρουν δουλειά. Η οικογένειά της ήταν πολύ φτωχή. Και η ίδια μεγαλώνοντας δεν μπόρεσε να βελτιώσει την οικονομική της κατάσταση και ζούσε στην απόλυτη φτώχεια.

Και αυτή ακριβώς η απόλυτη φτώχεια ήταν η αιτία της απίστευτης φυσικής της κατάστασης.

Νωρίς χάνει τον άντρα της και μένει χήρα και άνεργη με δύο παιδιά. Το πρώτο το χάνει το 1895, ενώ το δεύτερο είναι ακόμα μωρό. Μη μπορώντας ούτε στον Πειραιά να βρει δουλειά, περπατά κάθε μέρα τα 9 χιλιόμετρα που χωρίζουν το σπίτι της από την Ομόνοια, όπου πηγαίνει για να εργαστεί οπουδήποτε. Την απόσταση αυτή την κάνει σχεδόν κάθε μέρα μέχρι και αποκτά τέτοια φυσική κατάσταση ώστε να πηγαίνει 9 χιλιόμετρα στην Αθήνα, να εργάζεται 8 – 12 ώρες και να ξαναγυρνά άλλα 9 χιλιόμετρα πίσω στο σπίτι της στον Πειραιά.

Ήταν ξανθιά, με μεγάλα ματιά και πολύ αδύνατο σώμα. Οι εφημερίδες της εποχής την σχολίαζαν ότι έμοιαζε μεγαλύτερη από την ηλικία της, λόγω των κακουχιών.

Όπως όλα τα μεγάλα γεγονότα συμβαίνουν ανάμεσα σε κάποιες τυχερές συγκυρίες έτσι και το γεγονός ότι έτρεξε στον πρώτο σύγχρονο Μαραθώνιο ήταν αποτέλεσμα τύχης.


Κάποια μέρα, το 1896, λίγες μέρες πριν από την επίσημη έναρξη των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, συναντά έναν δρομέα, ο οποίος προπονείται για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, τρέχοντας επί της Πειραιώς και καλύπτοντας σχεδόν με κόπο αυτή τη διαδρομή που η Ρεβίθη έκανε καθημερινά για να εργαστεί.

Αυτός της βάζει ουσιαστικά την ιδέα ότι, αν συμμετάσχει στον Μαραθώνιο, θα τραβήξει πάνω της την προσοχή και τον θαυμασμό και ίσως πετύχει και την επαγγελματική της αποκατάσταση.

Εκείνη κρατούσε στην αγκαλιά το παιδί της, όταν συνάντησε εκείνο τον δρομέα, ο οποίος την παρότρυνε να τρέξει στον αγώνα και έτσι θα κέρδιζε χρήματα και δόξα.

Η Ρεβίθη αγαπούσε το τρέξιμο από μικρή και ήταν σίγουρη πως θα κατάφερνε να τρέξει και τα 40 χιλιόμετρα από τον Μαραθώνα μέχρι το Παναθηναϊκό Στάδιο.

Δηλώνει, λοιπόν, συμμέτοχη και γίνεται διάσημη μόνο από αυτό από την αρχή των Αγώνων.