Ισχυρή παραμένει η εικόνα των σούπερ μάρκετ, με τα ταμεία του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων να ενισχύονται με γρήγορους ρυθμούς και τις προβλέψεις για το 2026 να δείχνουν προς νέο ρεκόρ τζίρου.
Στελέχη της αγοράς, που γνωρίζουν καλά τις οικονομικές συνθήκες του κλάδου, εκτιμούν στην «Εφ.Συν.» ότι, εφόσον το δεύτερο εξάμηνο του 2026 κινηθεί με αντίστοιχες επιδόσεις με το πρώτο μισό της χρονιάς, τα σούπερ μάρκετ θα μπορούσαν να κλείσουν το έτος με συνολικό τζίρο περίπου 17,8 δισ. ευρώ ή και υψηλότερα.
Το ενδεχόμενο αυτό θεωρείται ιδιαίτερα πιθανό, καθώς το δεύτερο εξάμηνο περιλαμβάνει την κορύφωση της τουριστικής περιόδου, η οποία αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω την κατανάλωση. Μια τέτοια επίδοση θα σήμαινε αύξηση κατά 2,6 δισ. ευρώ σε σχέση με τα επίπεδα του 2024, δηλαδή άνοδο περίπου 17% μέσα σε μόλις δύο χρόνια.
Tο στοιχείο που αποκαλύπτει την εντυπωσιακή πορεία είναι ότι το «φούσκωμα» του τζίρου πηγάζει από την αισθητή αύξηση του όγκου πωλήσεων. Αυτή η αύξηση της κατανάλωσης σε όγκο αποδίδεται άμεσα και στις αλλαγές του τουριστικού μοντέλου της Ελλάδας, καθώς όλο και περισσότεροι επισκέπτες επιλέγουν πλέον να διαμένουν σε καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης (όπως τα Airbnb). Οι τουρίστες αυτοί, έχοντας πρόσβαση σε κουζίνα καλύπτουν πλέον ένα πολύ μεγάλο μέρος των καθημερινών αναγκών για τη διατροφή τους μέσα από αγορές στα τοπικά σουπερμάρκετ, υποκαθιστώντας σε σημαντικό βαθμό τις δαπάνες που παραδοσιακά κατευθύνονταν στα καταστήματα εστίασης.
Προώθηση
Μία άλλη τακτική που ακολουθείται, σύμφωνα με πηγές της αγορές, είναι ότι προτού ένα προϊόν μπει στο ράφι, ο προμηθευτής πρέπει να πληρώσει entry fee, δηλαδή αμοιβή εισόδου, ενώ μεγάλο μέρος των εξόδων προώθησης θα μεταφερθεί στον ίδιο (στον προμηθευτή) μέσω υποχρεωτικών χρεώσεων. Μεταξύ αυτών είναι ένα επιπλέον μικτό περιθώριο κέρδους (ΜΠΚ) επί της τιμής αγοράς από τον καταναλωτή από 30% έως 60%, ανάλογα με το προϊόν, και συμμετοχή από 20% έως και πάνω από 50% επί του κόστους για τις τηλεοπτικές καμπάνιες ή γενικότερα τις προωθητικές ενέργειες, κυρίως μέσω φυλλαδίων, εάν ο προμηθευτής επιθυμεί να παρουσιαστούν και τα δικά του προϊόντα. Φροντίζουν μάλιστα εκ των προτέρων να έχουν συμπεριλάβει αυτές τις επιβαρύνσεις στο κοστολόγιό τους –άρα τις πληρώνει τελικά ο καταναλωτής.
Eφόσον, λοιπόν, ένας προμηθευτής αποδεχθεί τους όρους που του θέτει μια αλυσίδα, υποχρεούται να διατηρεί σταθερή τιμή ακόμα κι αν οι δαπάνες του αυξάνονται, ενώ για κάθε φθορά ή επιστροφή προϊόντος επιβάλλεται πρόσθετη κράτηση από 3% έως 5%. Στο τέλος κάθε οικονομικής χρήσης, οι αλυσίδες συνήθως ζητούν νέες, πρόσθετες παροχές από τους προμηθευτές, βάσει: α. υπερκάλυψης τζίρου πωλήσεων και β. ανάπτυξης προϊόντων στα ράφια. Αυτές οι πρόσθετες παροχές συνήθως χρησιμοποιούνται από τα σουπερμάρκετ για τη δημιουργία νέων καταστημάτων ή για την ανάπτυξη αυτών που ήδη έχουν ανακοινώσει ότι θα ανοίξουν. Ολα αυτά εμφανίζονται με πιστωτικά τιμολογίων ως εκπτώσεις κ.λπ.
Μίγμα
Παράλληλα, οι αλυσίδες «παίζουν» με το μίγμα των προϊόντων. Τι σημαίνει αυτό; Η ταχύτατη ανάπτυξη των private label προϊόντων, που σήμερα ξεπερνούν το 25% των πωλήσεων, εξασφαλίζει υψηλότερα περιθώρια, αφού οι αλυσίδες καθορίζουν την τιμή και τον προμηθευτή. Για να αυξήσουν τα κέρδη τους, τα σουπερμάρκετ δημιουργούν εταιρείες logistics, προχωρούν σε νέες επενδύσεις, ανοίγουν καινούργια καταστήματα. Ολη αυτή η πρακτική μπορεί να δημιουργεί αξία για τον καταναλωτή (για παράδειγμα, χαμηλότερες τιμές στα private label), μεταφέρει όμως το κόστος στους παραγωγούς και εξασφαλίζει στα σουπερμάρκετ σταθερή ροή χρημάτων –ενώ οι καταναλωτές πληρώνουν τοις μετρητοίς, οι υποχρεώσεις προς τους προμηθευτές εξοφλούνται έπειτα από τρεις έως έξι μήνες, ως επί το πλείστον.
Οι «κρυφές» πρακτικές
Οι συμφωνίες που συνάπτουν οι προμηθευτές με τις αλυσίδες περιλαμβάνουν μια σειρά από «μικρά» κόστη, τα οποία στο τέλος μεταφράζονται σε υψηλότερες τελικές τιμές για τον καταναλωτή. Τα οφέλη για τα σουπερμάρκετ είναι διττά: αφενός, ενισχύουν το περιθώριο κέρδους τους και, αφετέρου, δημιουργούν ισχυρή διαπραγματευτική θέση, αφού οι προμηθευτές εξαρτώνται από την πρόσβαση στα ράφια τους. Ωστόσο, η πρακτική αυτή μειώνει τα περιθώρια των παραγωγών, οδηγώντας πολλούς να αυξάνουν τις τιμές για να καλύψουν τα «κρυφά» κόστη.
Πηγή: aftodioikisi.gr






























