Ξέσκεποι δρόμοι…
Με ευχή γονιού και μ’ ένα δίσκο Καζαντζίδη
κινά η Ροδούλα με τ’ αδέρφια της τα άλλα,
της ξενιτιάς της το ατέρμονο ταξίδι,
που πότε όνειρο η ζωή, πότε κρεμάλα.
Κούκλα νεκρή σ’ όλο το είναι της βαμμένη,
στης Ολλανδίας ξεπουλιέται τις βιτρίνες,
την αθωότητα θυμάται τη χαμένη
και στο μυαλό ανακυκλώνει λάθος μνήμες.
Χάνεται η δούλεψη στο ρήγα και τα ζάρια
στις μπαρμπουτιέρες του Αμβούργου και στις λέσχες
και σ’ αποθήκες και παράνομα πατάρια,
που πασαπόρτια δε ζητούν και “πόθεν έσχες”.
Ξέσκεποι δρόμοι κι ο αέρας καμπουριάζει,
μα απ’ τα σφηνάκια και την κόκα παραπαίει.
Στα ίδια μπαρ πάντα μεσάνυχτα συχνάζει,
ώρα της νύχτας, που ψωνίζουνε οι γκέι.
Πράσινοι οι τοίχοι του κελιού του από τα βρύα,
στο τζάμι πάνω η σελήνη αντιφεγγίζει.
Χρόνια μπρος-πίσω κάνει βήματα δυο-τρία
σαν το ψωμάκι μεσ’ το πιάτο π’ αρμενίζει.
Σε εσοχή τα κρύα πόδια του ζεσταίνει
με την ανάσα η σκυλίτσα του η Εύα,
όπως με σύριγγα απ’ το δρόμο μαζεμένη,
μεσ’ το ψιλόβροχο πασχίζει να βρει φλέβα.
* τα βρύα: μικροσκοπικό φυτό σε σχήμα χλοοτάπητα που φυτρώνει σε υγρές επιφάνειες.



































