Διαβάστε ΕΔΩ το πρώτο μέρος

Τα «Παιδιά των Λουλουδιών» και το Καφέ–Μπαρ “GREENDOLLARS”, στο Γαλησσά (Μέρος 1ο)

Ο Γιάννης Βουτσίνος, συνήθιζε να κάθεται καθημερινά μέχρι πρόπερσι (2024),σε ένα από τα τραπέζια του “GREEN DOLLARS” και αναπολούσε τις μέρες των ’70, ’80, ’90, τότε που το καφέ – μπαρ και ο Γαλησσάς βρισκόταν στο επίκεντρο της τουριστικής κίνησης. Οι τοίχοι του μπαρ είναι καλυμμένοι από μία κολάζ-ταπετσαρία παλιών φωτογραφιών και αναμνήσεων, όπου η χαρά της ζωής είναι διάχυτη στα πρόσωπα των θαμώνων, τότε που κυριαρχούσε η ανεμελιά, το κέφι ξεχείλιζε και τα ξεφαντώματα ήταν ολονύκτια.

 

Του Χρήστου Θανόπουλου

«Οι τουρίστες ξεκίνησαν να έρχονται στο Γαλησσά από τη δεκαετία του 1960. Η τουριστική κίνηση του Γαλησσά έφθασε στο αποκορύφωμά της τη δεκαετία 1975–1985. Ειδικά από το 1975 και μετά η πορεία ήταν συνεχώς ανοδική. Οι τουρίστες ερχόντουσαν ειδικά για το Γαλησσά (Galissa). Στον Πειραιά έβγαζαν εισιτήριο για το Gallssa. Δεν ήξεραν ούτε τη Σύρο.

Το Καφέ – Μπαρ “GREEN DOLLARS” άρχισε να λειτουργεί το 1983. Εξαγοράστηκε από την ιδιοκτήτρια Μαρία Βογιατζή το 1980, ενώ μέχρι τότε ήταν κάτι ενδιάμεσο μεταξύ μπαρ και εστιατορίου. Το απέναντι τηγανιτζίδικο –ταβερνάκι – καντίνα του πατέρα μου Γιάννη Βουτσίνου, είχε πάρει άδεια ως λυόμενο το 1970, η οποία ανανεώθηκε το 1972. Από το 1983 έως περίπου το 1990 λειτούργησε ως Self-ServiceRestaurant. Υπήρχε μάγειρας, βοηθούσε η σύζυγος και άλλοι. Ο μάγειρας έμενε στο σπίτι της οικογενείας στο Φοίνικα, και η οικογένεια Βουτσίνου σε ένα καμαράκι στο πίσω μέρος του Self-ServiceRestaurant. Σε μια μέρα μπορούσαν να προσφερθούν στους πελάτες 43 φαγητά! Βοηθούσε πολύ και η λειτουργία των δύο ντισκοτέκ “APHRODITE”,και “YIANNA” (της Ελπίδας Φρέρη). Κατόπιν το Self-ServiceRestaurant έκλεισε και το κτίριο ενοικιάστηκε. Το κάμπιγκ«ΔΥΟ ΚΑΡΔΙΕΣ» (“TWOHEARTS”) λειτούργησε από το 1988 έως το 2011. Έμεινε κλειστό για 5 χρόνια περίπου και κατόπιν πουλήθηκε.

Όταν έφθανε το πλοίο από τον Πειραιά και κατέβαιναν οι τουρίστες στο λιμάνι της Ερμούπολης, γέμιζαν τρία λεωφορεία, με προορισμό την παραλία του Γαλησσά! Μόνο ο Γαλησσάς είχε τόσο μεγάλη κίνηση από ξένους τουρίστες, ακόμη και εκτός σεζόν. Μυκονιάτες ήρθαν στο Self-Service Restaurant και ρωτούσαν: «Τί γίνεται εδώ;». Ανησύχησαν για τη ραγδαία άνοδο του τουρισμού στο Γαλησσά! Κατασκευάσαμε κάδους για τα σκουπίδια. Η αποκομιδή τους γινόταν με δικά μας έξοδα. Οι κοινότητες τότε δεν είχαν χρήματα. Οι περισσότεροι τουρίστες έμεναν στον Αρμεό, όπου έκαναν γυμνισμό, όπως σήμερα, και στις σπηλιές, στο λόφο της Αγίας Πακούς. Στον Αρμεό υπάρχει πάντα τρεχούμενο νερό. Έπιναν το νεράκι και πλενόντουσαν.

Οι χίπηδες ήθελαν να ζήσουν απλή, ωραία ζωή. Ερχόντουσαν να διασκεδάσουν με ωραίο τρόπο. Πέρασαν Άγγλοι, Ιρλανδοί, Γερμανοί, Νορβηγοί, Ισραηλινοί, Καναδοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί. Οι χίπηδες δεν ήταν «φτωχομπινέδες». Ήταν χαρακτήρες–χίπηδες. Ήταν άλλοι άνθρωποι εδώ και άλλοι άνθρωποι εκεί (στην πατρίδα τους). Φτάνοντας εδώ άλλαζαν ρούχα. Φορούσαν ρούχα με μπαλώματα για να αφομοιωθούν με τους υπόλοιπους στο Γαλησσά.

Ήταν παρόμοια περίπτωση με τα Μάταλα της Κρήτης. Έμεναν σε σπηλιές, σε σκηνές, σε ταράτσες. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην κυκλοφορούσαν ναρκωτικά, αλλά με μέτρο. Τους έριξαν στα ναρκωτικά! Κάποιος ενώ ταξίδευε με το αεροπλάνο, έραβε ρούχα με μπαλώματα. Άλλαξε ρούχα μετά την πτήση. Πήγε στην Εθνική Τράπεζα και ζήτησε χρήματα, αλλά δεν του έδιναν σημασία. Έδειξε το διαβατήριο του και ο υπάλληλος πετάχτηκε από τη θέση του. «Έπρεπε να μου το έχεις δείξει από την αρχή!», είπε στον ξένο.

 

συνεχίζεται