Τ’ απολιώρα ηστσεβούμουνα να ανέβω ίσαμε της Αντώνιας, να την εδιω, γιάνταηπαντρεύτηκε τη Τσιργιατσή, τσαι δεν ήβγε ακόμα όξω. Ηπήε δα τσαιήχτσισε το σπίτι ντης απάνω στο βουνάτσι, τσαι δε θα πρακάνω να πααίνω.
Μαρί Αντώνια, ήντα κάνεις; Να ζήσετε! Πως πάει η τσαινούργια ζωή;
Ε, να σου πω έχει μια διαφορά…. Μαρί, πως ηπεράσατε τη πρώτη νύχτα του γάμου;
Ωραία, μαρί Αναστασία ηπεράσαμε. Ήρχε μια φορά μαζί μου ο Πέτρος, τσ’απέήρχετσαι μια δεύτερη φορά. Μετά ήθελε τσαι Τρίτη φορά, μα δεν ημπόριε. Τσαι του λέω : δε πειράζει Πέτρο μου ξεκουράσου τσαι πάλι….
Μαρί Μαρία μην έμπεις στη σκάλα αξεσκάρτσωτη γιάντα τώρα που ηχαλάσανε οι πατατιές ήβγανε κωλομπήχτες τσαιτζιμπούτσαιμπήου.
Σκάλα = χωράφι
Κωλομπήχτες = άγρια χόρτα με μπιγερά αγκαθωτά, σαν στάχια στις άκριες των μίσχων τους.
Τζιμπού = τσιμπάνε
Μπήου = μπήγουν






























