Κάτι σκιές περασμένης ζωής… Tο σπίτι κλειστό. Περιμένει. Ένα άγγιγμα… Κλειστά παράθυρα. Το φως περνάει από τη τζαμαρία της πόρτας. Φωτίζει τα δωμάτια. Φωτίζει  στιγμές που ζήσαμε. Είναι σαν να τις ζω ξανά κάθε φορά που έρχομαι στον τόπο μου.

Σαν… εκείνον τον καθρέφτη που σε καθρέφτιζε μέσα του. Εκείνον  που καθρέφτιζε το νεανικό πρόσωπό μου. Εκείνον που ξεκαρφώσαμε από τον τοίχο, αλλά εξακολουθούσε να βρίσκεται εκεί, κάθε φορά που τον ψάχναμε με το βλέμμα, στο ίδιο πάντα σημείο, όσα χρόνια κι αν πέρασαν. Υπενθυμίζει κάθε στιγμή την παρουσία του. Εκεί κάθε φορά τον συναντάω.

Έτσι και τους ανθρώπους. Στα ίδια σημεία τους συναντώ. Ξεπροβάλλουν τα σώματά, οι κινήσεις τους, στις γωνιές του σπιτιού. Το βλέμμα αναγνωρίζει, περιφέρεται, ταυτοποιεί. Βλέπει καθαρά. Στα ίδια σημεία όπως τότε. Επαναλαμβάνονται κουβέντες που μου λέγατε. Τριγυρίζουν στο μυαλό. Φέρνουν ζεστές θύμησες…

Ό, τι μου έλεγες και χρωμάτιζες τη φωνή σου με την ψυχή σου.  Με τα όμορφα χρώματά της. Τρυφερά χρόνια… Τρυφερή κι η καρδιά που δόθηκε. Η φροντίδα πήρε την όψη σου. Το βλέμμα υποχρεώθηκε να ποτίσει το ολόδροσο λουλούδι που είχες μέσα σου. Κι η ψυχή ρίζωσε σ’ εκείνο το βλέμμα. Το γλύκανε. Τώρα, αυτό αστράφτει σαν άσπρη πέτρα που ξεπλένει η θάλασσα, κι ακόμη πιο άσπρη την αφήνει…

Στα συρτάρια που ανοίγω είναι κλεισμένα τα μυστικά μας.

Το καθαρό σιδερωμένο τραπεζομάντηλο του φαγητού, η φροντίδα η καθημερινή… Πάνω του  ακουμπούσες το ζεστό ψωμί, το νόστιμο φαϊ. Τρία ποτήρια με νερό από την βρύση της αυλής την κρύα. Ίδρωνε το ποτήρι από τη δροσιά της. Με ξεδιψούσε. Με χόρταινε. Πόση δίψα είχα… Ο ήλιος… στην αυλή… φώτιζε γλυκά τη μέρα.

Τώρα το σπίτι κλειστό. Το φρόντισα όπως τότε φροντίζατε εμένα. Σχολαστικά…  Ζεστάθηκε η ψυχή. Έμεινα μόνο λίγες μέρες. Έζησε κι εκείνο λίγες μέρες… Κάτι είναι κι αυτό.  Εσείς… κάθε μέρα ζείτε μέσα  στην καρδιά μου. Η ζωή μου τώρα σ’ άλλο τόπο συνεχίζεται, και θέλει να ξαναζεί, εδώ στον αγαπημένο τόπο, το κομμάτι εκείνο της ζωής που σας ανήκει. Έμαθα ν’ αγαπώ ότι μου χαρίζει. Ευγνωμονώ το καθετί.

Τέσσερα κεράκια -όσα και τα μέλη της οικογένειας μου μαζί μ’ εμένα- για σένα, κι άλλα τέσσερα για εκείνη, άναψα  στο κάθε μνήμα. Σας φυλάω στη σκέψη. Η γη είναι κι αυτή μέσα στην καρδιά μου. Γη είναι η καρδιά μου… Κουβαλιέται σαν χρέος. Ανάλαφρα φυσά το αεράκι της πατρίδας γύρω… Το χώμα ελαφρύ… δροσερό, βρεγμένο από δάκρια.

Η απουσία, παρουσία. Κραυγάζουν σιωπές. Κουβεντιάζω μαζί τους, να τις συνεφέρω… Τις συνεφέρνω. Συνεχίζω ό,τι άρχισε, ότι υπήρξε. Η φωνή, η ματιά, τα λόγια, οι αγκαλιές, οι μυρωδιές υπάρχουν. Υπάρχουν οι εικόνες. Οι στιγμές. Ο χρόνος κύλησε, ο χρόνος ήρθε, ο χρόνος θα ‘ρθει. Πάντα υπάρχει κάτι που τον ορίζει. Υπογραμμίζει ότι τίποτα δεν χάθηκε. Μια δύναμη. Η δύναμη που υπήρχε, και πάλευε, και κρατούσε περήφανα το κεφάλι της ζωής ψηλά. Πάλευε κι ήξερε την αλήθεια της. Δινόταν και έδινε! Γι’ αυτό υπάρχει…  Για ό,τι έδωσε…

Στους τοίχους κολλημένες φωτογραφίες πρόχειρα, με σελοτέηπ. Επιβεβαιώνουν την ανάγκη που είχες, κι εσύ κι εκείνη, να ζήσετε αιώνια, να σας θυμούνται. Οι φωτογραφίες βοηθούν. Μα εκείνο το σελοτέηπ… ακόμα περισσότερο.

Διάλεξα μερικές που δεν τις είχα. Τις κράτησα μέσα σ’ ένα βιβλίο, να τις πάρω μαζί μου. Οι υπόλοιπες θα μείνουν εκεί, ως το τέλος. Να φύγουν μαζί με το σπίτι, όταν κι αυτό αποφασίσει να φύγει. Κάποια στιγμή φεύγουν και τα σπίτια όπως οι άνθρωποι. Το σπίτι αυτό έχει χτιστεί με ιδρώτα. Δεν θα φύγει ποτέ από μέσα μου. Όπως δεν φύγανε κι οι άνθρωποί του ποτέ. Απλά, επειδή «υπήρξαν» Η μνήμη δεν γκρεμίζεται. Δεν πέφτει όπως πέφτουν οι τοίχοι. Τα υλικά με τη φθορά τους, υπενθυμίζουν ότι πολύ σημασία δώσαμε μια ζωή σ’ αυτά, ενώ δεν χρειαζόταν. Αλλοιώνονται, εξαφανίζονται. Αν τα συγκρίνεις με τους ανθρώπους είναι εντελώς ασήμαντα. Άλλο να φτιάχνεις σπίτια. Άλλο να φτιάχνεις ανθρώπους… (!)

Κράτησα τις φωτογραφίες.  Αργότερα ίσως κάποια αγαπημένα αντικείμενα. Μα εκείνα που πιο πολύ έχουν κρατηθεί μεσ’ την καρδιά μου δεν έχουν υλική υπόσταση. Είναι ήχοι και χρώματα, αρώματα, εικόνες, σπίθες ζωής, φως, πρόσωπα, βλέμματα αγαπημένα, ζεστά χέρια που κρατήθηκαν, αγκαλιές που μας περιείχαν, λόγια, φροντίδες, ελπίδες, αγάπη! Όλα αυτά τα πολύτιμα! Και… κόπος… ατελείωτος… ήταν η ζωή μου! Ήταν η ζωή τους! Όλα αυτά  η περιουσία μας…

 

06-09-2019                                                              Μαρία Π.Κρόντη