«Θέλω να ταξιδέψω σαν ένα φύλλο…» είπε το αγόρι, κι ονειρεύτηκε ένα γλυκό, μυρωδάτο, δροσερό φθινόπωρο σαν να ήταν το φύλλο ενός δέντρου…

Μόνο του πέταξε… στάθηκε για λίγο στη γωνιά του δρόμου σκεφτικό. Όσο ήταν πάνω στο δέντρο δεν ήταν λιγότερο ευτυχισμένο. Είχε παρέα του τα άλλα φύλλα, το έλουζε το φως του ήλιου, η μέρα του κυλούσε ανέμελα. Το απαλό καλοκαιρινό αεράκι χάιδευε τη λεπτή πράσινη ράχη του, φιλούσε το μικρό πράσινο βελούδινο σώμα του και το κρατούσε ζωντανό. Μα η ζωή του εκείνη η «σίγουρη» το προόριζε για το μακρινό ταξίδι. Χαμογελούσε γλυκά κι αγκάλιαζε τη ζεστασιά του ήλιου μεθώντας απ’ αυτή. Λύγιζε το μικρό κορμί του χορεύοντας στη μουσική του ανέμου. Συντροφιά με τους φίλους του- τα άλλα φύλλα- ονειρευόταν το φθινόπωροo, το δικό τους φθινόπωρο που θα έφευγαν πια απ’ το δέντρο τους. Άλλο πιο νωρίς, άλλο πιο αργά, για το δικό του ταξίδι.

Τη μέρα εκείνη ο ουρανός βάρυνε από μεγάλα μολυβένια σύννεφα. Σκοτείνιασε ο τόπος. Τρεμόπαιζε το φως ανάμεσα απ’ τις χαραμάδες τους. Ο ήλιος κυρίαρχος νικούσε τη μάζα τους και ξετρύπωνε επιμένοντας να στέλνει πάνω στα δέντρα τη γλυκιά του ζέστη που ημέρωνε τη μέρα κι έκανε τα φύλλα να λάμπουν στο φως. Είχε έρθει η ώρα ή μάλλον πλησίαζε, η ώρα που θ’ άφηναν το δέντρο τους, να σεργιανίσουν στην όμορφη πλατεία του χωριού και όχι να τη βλέπουν μονάχα από μακριά, όπως και τα πρόσωπα των ανθρώπων. Να μιλήσουν μια δική τους γλώσσα χαιρετώντας τους, προμηνύοντας το χειμώνα, και μετά από αυτόν την άνοιξη, την ανανέωση της φύσης, της ζωής αφού ένας κύκλος ζωής  θα έκλεινε για να αρχίσει ένας άλλος. Ένα ταξίδι  θα τέλειωνε, για να αρχίσει ένα άλλο. Περίμενε πως και πως, τη στιγμή να αποχαιρετήσει τους φίλους του για να πάει όπου θέλει, ν’ αγαπήσει κι άλλα μέρη, άλλους ανθρώπους, άλλους τόπους, άλλες γειτονιές… Κι είχε έρθει η ώρα…

Ο άνεμος φύσηξε δυνατά δίνοντας μια σπρωξιά προς τα πάνω… «Καλό ταξίδι φυλλαράκι…» του είπε. «Σεργιάνισε τον κόσμο… ζήσε άλλη μια ζωή, ελεύθερο, χαρούμενο, χορτασμένο από τους χυμούς του δέντρου της ζωής!» Εκτοξεύτηκε ψηλά στη ριπή του ανέμου… φώναξε «ευχαριστώωω…» «Καλό ταξίδι!» του φώναξαν κι οι σύντροφοί του. «Κάπου θα συναντηθούμε… σίγουρα θα βρεθούμε κάπου εδώ κοντά ή μακριά. Και πέταξε… πέταξε… τρελαμένο από τη χαρά του που τώρα θα ήταν ελεύθερο να πάει όπου θέλει, κι έβαλε όλη τη δύναμή του και τη θέληση. Ήταν όμορφο. Είχε ένα ροδαλό, κίτρινο-καφέ χρώμα, γυάλιζε, στροβιλίζοντας στον δροσερό αέρα. Χόρευε σιωπηλό περιμένοντας τη βροχή. Δεν το ένοιαζε που η βροχή θα το βάραινε και θα το άφηνε στο ίδιο σημείο μέχρι να στεγνώσει και να ξαναπετάξει. Αγαπούσε πάντα το νερό. Απ’ αυτό τρεφόταν. Τώρα όμως άλλαζε η ζωή του… θα ζούσε μια άλλη ζωή, διαφορετική… που δεν το φόβιζε όμως καθόλου. Ήταν κοντά σε φίλους… το δρόμο, τον αέρα, τη βροχή… πετούσε ελεύθερο μαζί με τα πουλιά, άκουγε όπως πάντα τα τραγούδια τους, το μουρμούρισμα της βροχής, τους ψίθυρους του ανέμου αλλά τώρα… πετούσε κι αυτό σαν πουλί… κι ήταν χαρούμενο… δεν ένιωθε μόνο του μακριά από το δέντρο…

Ο άνεμος φύσηξε δυνατά και το φύλλο μ’ ένα σάλτο πέταξε ψηλά στον αέρα ανάμεσα στα δέντρα. Έπαιζε με τον άνεμο και τραμπαλιζόταν… Έπαιζε με τον άνεμο και χανόταν στα όνειρά του. Δεν ήξερε τι του επιφύλασσε η τύχη του. Φανταζόταν ένα παράθυρο όπου θα στεκόταν, έναν άνθρωπο που θα το έπαιρνε τρυφερά στα χέρια του, θα το χάιδευε, θα το πρόσεχε… και δεν θα κατέληγε στα σκουπίδια σε κάποιο κάδο απορριμμάτων να σαπίσει… αλλά θα ζούσε εκεί μαζί του. Δεν θα χανόταν, δεν θα ξεχνιόταν αλλά… θα αγαπιόταν. Τολμούσε να κάνει τέτοια όνειρα αν και- το ήξερε- ο δικός του προορισμός ήταν να γίνει ένα με τη γη, να δυναμώσει τα δέντρα και τα φυτά, να τα κάνει να καρπίσουν πάλι, και πάλι, καινούργια δύναμη να τους δώσει, καινούργια φύλλα να γεννηθούν από τα παλιά, καινούργια βλαστάρια. Ήθελε όμως ν’ αλλάξει λίγο αυτή την πορεία. Να ζήσει κι άλλο. Κάπως αλλιώς… Τολμούσε να κάνει τέτοια όνειρα παρόλο που η ζωή των ανθρώπων είχε τόση τάξη που τη φοβόταν. Φοβόταν ότι δεν θα γλίτωνε απ’ αυτή και θα χανόταν για πάντα, ή τέλος πάντων δεν θα άλλαζε τίποτα από τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων στη ζωή ενός φύλλου. Στροβίλιζε… στροβίλιζε… ανέβαινε… κατέβαινε, χτυπούσε εδώ, χτυπούσε εκεί το τρυφερό πολύχρωμο σώμα του, όλο χαρά, με θάρρος, με ψυχή, χωρίς ν’ αρνιέται τις δοκιμασίες της καινούργιας του ζωής. Έτσι καθώς το τίναζε ο άνεμος εδώ κι εκεί, ονειρευόταν.  Δεν έπαψε στιγμή να ονειρεύεται…

Άρχισε να ψιχαλίζει… Η βροχή δυνάμωνε. Περιστρεφόταν  με γρήγορες κινήσεις. Χόρευε το χορό του ανέμου. Διασκέδαζε αψηφώντας το κρύο, το νερό της βροχής. Ύστερα από αρκετή ώρα πολλών περιστρεφόμενων κινήσεων και άσκοπων, έγινε το θαύμα! Στάθηκε στη γωνίτσα ενός παράθυρου… Είχε σουρουπώσει. Φωτίστηκαν τα παράθυρα από το εσωτερικό φως του σπιτιού. Ένα παιδικό λευκό χέρι άνοιξε το παράθυρο. Πόσο πολύ το ζητούσε αυτό το παράθυρο, αυτό το χέρι! Το είχε ονειρευτεί! Και τώρα… νάτο!

Το μικρό αγόρι πήρε το φύλλο στα χέρια του και το επεξεργάστηκε. Το σκούπισε από το νερό της βροχής. Του είπε… «όμορφο που είσαι…» θαύμασε τη γυαλάδα του, τα χρώματα του… συνέχισε να το χαϊδεύει. Το φύλλο του χαμογέλασε κι έγιναν ακόμα πιο φωτεινά και ζωντανά τα χρώματα του. Το αγόρι χαμογέλασε κι εκείνο λες και είχαν συνεννοηθεί τόσο καλά οι δυο τους. Άρχισε να του μιλάει λες και καταλάβαινε τη βουβή του γλώσσα, λες και το ένα έβλεπε στα μάτια το άλλο, «αχ, καημένο μου… έχεις παγώσει… κι είσαι τόσο μόνο, μακριά από το δέντρο σου… έλα εδώ… » Το τίναξε καλά από το νερό της βροχής, έκλεισε το παράθυρο και πάνω σ’ ένα πανί το άφησε απαλά να στεγνώσει. Το ξανακοίταξε πολλές φορές σαν κάτι πολύτιμο. Το φύλλο ένιωσε τέτοια ζεστασιά που δεν είχε ξανανιώσει ποτέ στη ζωή του… ήταν η ζεστασιά του παιδικού χεριού… του καινούργιου του φίλου, αλλά και της παιδικής ψυχής του! Τόσο έμοιαζε με τη δική του…  και μέσα από το χαρούμενο φυλλαρένιο πρόσωπο του έσταξε ένα δάκρυ που δεν φάνηκε όμως… που δεν μπορούσε κανείς να το δει! Ένα δάκρυ ανακατεμένο με το νερό της βροχής. Είπε σιωπηλά… «σ’ ευχαριστώ… που με πήρες κοντά σου, που δεν με πέταξες στα σκουπίδια, που δεν αδιαφόρησες για μένα, που με πρόσεξες… σ’ ευχαριστώ…» Το μικρό αγόρι σαν να κατάλαβε αυτά τα λόγια του… του απάντησε «Μείνε εδώ… δεν θα κρυώνεις στη βροχή, δεν θα τελειώσει η ζωή σου… θα είσαι για πάντα εδώ μαζί μου…» Το φύλλο ψιθύρισε… «είσαι τόσο καλό παιδί… είμαι μαθημένο στη βροχή αλλά είμαι τόσο καλά εδώ μαζί σου… τι παράξενο… ονειρευόμουν ένα παράθυρο που θα άνοιγε για μένα, ένα ζεστό σπίτι, ένα χέρι τρυφερό  που θα μ’ άγγιζε και… το βρήκα.» Το αγόρι σαν να άκουγε το φύλλο είπε…             « Έψαχνα ένα φίλο… και βρήκα ένα… φύλλο… ένα συνταξιδιώτη… εσύ ξέρεις πολλά από ταξίδια και περιπέτειες… θα μου πεις…» «Αγαπώ τα ταξίδια… μ’ αρέσει να γνωρίζω νέους τόπους, ανθρώπους, και να ονειρεύομαι…» «κι εμένα μ’ αρέσει να ονειρεύομαι…» συνεχίστηκε ένας παράξενος, σιωπηλός, αλλά αληθινός διάλογος μεταξύ τους… « μα… στον κόσμο που ζω δεν μ’ αφήνουν να βρω το δρόμο μου… το ταξίδι μου να πάω… Δεν μ’ αρέσει η ζωή μου στο σχολείο γιατί δεν μ’ αφήνει ελεύθερο να ζω όπως θέλω, να βρω τι μ’ αρέσει, να ψάξω τον κόσμο όπου ζω, να τον ανακαλύψω μόνος μου. Η ζωή των ανθρώπων έχει πολλή τάξη και δυστυχία. Υποφέρουν νομίζω οι άνθρωποι με τόση τάξη στη ζωή τους και χάνουν τις στιγμές… ξεχνούν να νιώθουν, να θέλουν, να ζουν…» «έτσι είναι μικρό μου αγόρι, το βλέπω κι εγώ… όταν η ζωή είναι τέλεια, χάνονται τα όνειρα…»

Όταν το φύλλο στέγνωσε, το σώμα του έγινε πάλι λείο και ζεστό, είχε ακόμα μέσα του ζωή. Το χάδι του παιδιού απλώθηκε γλυκά στην επιφάνεια του και το έκανε να ριγήσει. «Δεν είσαι μόνο πια… θέλεις να μείνεις εδώ συντροφιά μου, να είμαστε φίλοι;» Το φύλλο δεν απάντησε, μόνο έμεινε για λίγο σκεφτικό…

Οι μέρες περνούσαν στο ζεστό δωμάτιο. Η θαλπωρή ζέσταινε την καρδιά του φύλλου σαν να ήταν άνοιξη. «Δεν θα σε βάλω μέσα σ’ ένα χοντρό βιβλίο να σε πατήσω… να σε βάλω σε μια κορνίζα, στο φυτολόγιο…  εσύ θα είσαι ο φίλος μου… Θα σε αφήσω εδώ επάνω στο γραφείο μου να με συντροφεύεις σαν να ήσουν ολόκληρο δέντρο… μ’ αρέσει να σε βλέπω…» «Είμαι χαρούμενο που σου δίνω χαρά μα… μου αρέσουν τα ταξίδια…» του είπε. «Ξέρω… βαρέθηκες την κλεισούρα, εσύ είσαι μαθημένο να είσαι ελεύθερο… ν’ αναπνέεις τον καθαρό αέρα, να σε ποτίζει η βροχή, να σε ψήνει ο ήλιος, να σταματούν τα πουλιά πάνω σου να κελαηδούν…» «Πέρασα καλή ζωή… όλα αυτά που λες με έκαναν χαρούμενο, κι άλλο τόσο χαρούμενο είμαι που γνώρισα εσένα… αλλά… πάνε τώρα αυτά…» είπε λίγο θλιμμένο, «τώρα ζητάω άλλα ταξίδια… »  «ποια ταξίδια; Καθένας μας κάνει τα ταξίδια του, κι εγώ μαζί σου έτσι που σου μιλάω- αν μ’ ακούσει κανείς τι θα λέει…- ταξίδια κάνω…» «Το ξέρω καλό μου παιδί…  όμως… πήγαινε με στη θάλασσα… (!)Αυτή δεν την έχω γνωρίσει… άκουσα πως η δική της ελευθερία είναι όλο φως… σ’ ευχαριστώ που τα μάτια σου με προσέχουν, τη σκέψη σου που με παρατηρεί, τη φωνή σου που μου μιλά…» «Θα σε πάω στη θάλασσα…  (!)θα σ’ αφήσω ελεύθερο…» «ναι, στη θάλασσα να ταξιδέψω μαζί της, να μ’ αγκαλιάσει στην υγρή ατέλειωτη αγκαλιά της, να χαθώ στο απέραντο, στο άπειρο…»

Μια ηλιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα το μικρό αγόρι πήρε το φύλλο, το φίλο του, το φίλησε στο μέτωπο, το αποχαιρέτησε και το άφησε πάνω στην ακύμαντη- εκείνη τη μέρα-θάλασσα. «Είμαι ευτυχισμένο…» του φώναξε «δεν θα σε ξεχάσω ποτέ…» «ούτε κι εγώ…» «μ’ αγάπησες όπως είμαι, και τώρα μ’ αφήνεις ελεύθερο να ταξιδέψω… θα σε θυμάμαι πάντα…» «Εσύ… μ’ έμαθες ν’ αγαπώ, να καταλάβω καλύτερα τι σημαίνει ν’ αγαπάς και τον πιο μικρό και τον πιο ασήμαντο, ν’ αφήνεις κάποιον ελεύθερο όταν εκείνος το θέλει, να τον προσέχεις, να δίνει νόημα στη ζωή σου, να τον ακούς προσεκτικά, να μη σκέφτεσαι τον εαυτό σου, μόνο εκείνον να σκέφτεσαι…» «Καλό ταξίδι φύλλο μου, φίλε μου…» «Και σ’ εσένα… να είσαι ελεύθερος στη θάλασσα της ζωής, να βρεις κι εσύ τη δική σου θάλασσα όπως τη βρήκα κι εγώ…» Το φύλλο άστραφτε πάνω στον καθρέφτη της θάλασσας, λικνιζόταν απαλά πάνω στο μπλε, και πήγαινε… και πήγαινε…

05-11-2019                    Μαρία Π. Κρόντη