Προβληματισμό προκαλεί σε ορισμένους ανθρώπους που ενδιαφέρονται να αλλάξουν την αισθητική της μύτης τους ποιο σχήμα και μέγεθος είναι κατάλληλο γι’ αυτούς. Η ποικιλία είναι τεράστια, αλλά η καλύτερη επιλογή για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο  είναι πάντα το ζητούμενο. Εξάλλου κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικές επιθυμίες, με την ψυχολογία και τον χαρακτήρα να έχουν σημαντικό ρόλο στην τελική απόφαση. Άλλοι επιθυμούν δραστικές αλλαγές και άλλοι διακριτικές, καθόλου αντιληπτές με την πρώτη ματιά. Η σωστή προεγχειρητική επικοινωνία μεταξύ ασθενή και ρινοπλαστικού, και η σύγχρονη τεχνολογία μπορεί να ικανοποιήσει ακόμα και τον πιο απαιτητικό άνθρωπο.

«Η καλύτερη επιλογή εξαρτάται από το αρχικό μέγεθος, το σχήμα και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του προσώπου, ενώ ασφαλώς μια μύτη η οποία είναι πολύ όμορφη στο πρόσωπο κάποιου μπορεί να μην είναι καθόλου καλή επιλογή για κάποιον άλλο», μας εξηγεί ο πλαστικός χειρουργός προσώπου – ΩΡΛ Δρ. Γεώργιος Μοιρέας.

Υπάρχουν πέντε σημεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη προτού οριστικοποιηθεί η απόφαση για την εμφάνισή της μετά την επέμβαση. Πρωταρχικό ρόλο έχει η σωστή λειτουργία της, καθώς η ρινική αναπνοή είναι πολύ σημαντική για να έχουμε ξεκούραστο ύπνο, να ασκούμαστε χωρίς αναπνευστικά προβλήματα, να προστατεύουμε τον οργανισμό μας από μολύνσεις και αλλεργίες και γενικά για να έχουμε καλή υγεία. Μετά από μια ρινοπλαστική μπορεί να δημιουργηθούν προβλήματα στους αεραγωγούς, εξαιτίας λανθασμένων επιλογών του σχήματος και του μεγέθους της μύτης.

Η ισορροπία μεταξύ της μύτης και των υπόλοιπων χαρακτηριστικών του προσώπου είναι το δεύτερο ζητούμενο. «Τις περισσότερες φορές, το σχήμα που αποκτά η μύτη μετά τη ρινοπλαστική είναι αρκετό για να νιώσουν οι ασθενείς ικανοποιημένοι. Ωστόσο, όταν υφίστανται και θέματα που αφορούν τις γύρω δομές του προσώπου, η ταυτόχρονη αντιμετώπισή τους θα κάνει τα αποτελέσματα ακόμα καλύτερα. Η ταυτόχρονη διενέργεια πωγωνοπλαστικής ή κάποιες ενέσιμες θεραπείες αργότερα θα μπορούσαν να προσφέρουν περισσότερη ισορροπία και αρμονία στο πρόσωπο», σημειώνει ο Δρ. Μοιρέας.

Η πιο συνηθισμένη αλλαγή είναι η μείωση του ύβου (της καμπούρας) και του πλάτους της μύτης. Σμιλεύοντας την περιοχή μπορούμε να «κατεβάσουμε» τον ύβο όσο επιθυμούμε επιτυγχάνοντας ένα προφίλ στο οποίο η ράχη της μύτης είναι ευθεία, ενώ μπορούμε να ελαττώσουμε το φάρδος της μύτης κάνοντας γλυπτική στα πλαϊνά της τοιχώματα ελαττώνοντας τον συνολικό της όγκο, ούτως ώστε να φαίνεται λιγότερο φαρδιά όταν τη βλέπουμε από μπροστά. Εάν χρειάζεται επιπλέον μείωση του φάρδους μπορούμε να κάνουμε μικρές διορθωτικές οστεοτομίες επιτυγχάνοντας το ποθητό αποτέλεσμα. Μια μύτη με ευθεία ράχη θεωρείται πολύ ικανοποιητική και ταιριαστή στα περισσότερα πρόσωπα, ενώ γενικότερα το υπερβολικό «κατέβασμα» της ράχης το οποίο μπορεί να δημιουργήσει τόσο λειτουργικά όσο και αισθητικά προβλήματα έχει αντικατασταθεί από πολύ διακριτικές τροποποιήσεις στο ακρορρίνιο όταν θέλουμε να δώσουμε μια απαλή αίσθηση ανόρθωσης στο κάτω μέρος.

Το τμήμα της μύτης κάτω από την περιοχή της «καμπούρας» είναι κατασκευασμένο από εύκαμπτο χόνδρο, το κεντρικό τμήμα του οποίου είναι το διάφραγμα. Σε κάθε πλευρά του διαφράγματος υπάρχει ο άνω πλευρικός χόνδρος που βοηθά να κρατηθεί ο ρινικός αεραγωγός ανοιχτός. Είναι ένα τμήμα της μύτης που συχνά είναι στραβό, είτε εκ γενετής είτε από τραυματισμό. «Όπως και ψηλότερα έτσι κι εδώ, η αφαίρεση υπερβολικού χόνδρου μπορεί να εμποδίσει την αναπνοή, να βλάψει την περιοχή που είναι γνωστή και ως ρινική βαλβίδα και να κάνει και το ακρορρίνιο να φαίνεται υπερβολικά μεγάλο. Ο έμπειρος χειρουργός μπορεί να αντιμετωπίσει τέτοια προβλήματα και να επιτύχει τον ευθειασμό της μύτης, διατηρώντας ανοιχτό τον αεραγωγό», αναφέρει ο Δρ. Μοιρέας.

Μεγάλο μέρος της αισθητικής της μύτης εξαρτάται και από την άκρη της. Ανάλογα με το πόσο και πώς θα επέμβει ο χειρουργός στο σημείο αυτό, μπορεί τελικά η μύτη να φαίνεται -ιδίως από το πλάι- ανεβασμένη προς τα επάνω, ευθεία ή και γαμψή προς τα κάτω. Από μπροστά μπορεί να φαίνεται ταιριαστή με το πρόσωπο, φαρδιά ή πολύ στενή. Ιδίως στο ακρορρίνιο πρέπει να υπάρχει σωστός σχεδιασμός και επιλογή αυτού που ταιριάζει καλύτερα στο υπόλοιπο πρόσωπο για να αποφευχθούν δυσάρεστα αποτελέσματα και επανεπεμβάσεις. Ο ακριβής σχηματισμός της άκρης της μύτης απαιτεί μεγάλη ακρίβεια και υψηλή χειρουργική ικανότητα.

Τέλος, ένα σημείο που αγνοούν οι περισσότεροι ασθενείς είναι η ποιότητα του δέρματος που καλύπτει τη μύτη. Μερικοί έχουν πολύ παχύ και λιπαρό δέρμα, που καθιστά πολύ δύσκολο να επιτευχθούν σημαντικές αλλαγές στο σχήμα, ειδικά στην άκρη. Άλλοι πάλι έχουν τόσο λεπτό δέρμα που και η παραμικρή αλλαγή είναι ορατή.

« Όλες οι μύτες δεν ταιριάζουν σε όλους, ενώ πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν τα όρια που υπάρχουν σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση», διευκρινίζει ο Δρ. Γεώργιος Μοιρέας και καταλήγει «Ένας έμπειρος ρινοπλαστικός είναι σε θέση να εξηγήσει ποιες αλλαγές μπορούν να γίνουν με ασφάλεια και ακρίβεια. Πρέπει να συζητά με τον ασθενή όλα αυτά τα σημεία και να του προτείνει την ιδανική λύση, τόσο από λειτουργικής όσο και από αισθητικής πλευράς. Με τη χρήση δε της τρισδιάστατης απεικόνισης μπορεί να του δείξει ποια θα είναι ακριβώς η εμφάνισή του μετά από την επέμβαση. Εκτός από την επικοινωνία μεταξύ γιατρού και ασθενή, η τεχνολογία έχει καταστήσει ευκολότερη -και κυρίως ανώδυνη- την ίδια τη ρινοπλαστική. Έτσι, δεν υπάρχει πια κανένας λόγος ανησυχίας, όπως συνέβαινε στο παρελθόν με τις παλαιότερες χειρουργικές μεθόδους και εργαλεία».