ΔΕΝ είναι η πρώτη φορά που ο Συριανός δοκιμάζεται δεινά από τις ελεγκτικές υπηρεσίες, οι οποίες επιτελούν με ιδιαίτερο ζήλο τα καθήκοντά τους, υπερβάλοντας εαυτόν, με το δεδομένο μάλιστα ότι η Σύρος, ως κέντρο αυτών των Υπηρεσιών, έχει το «προνόμιο» τα ελεγκτικά όργανα -χωρίς να μετακινηθούν από την έδρα τους-  ανά πάσα στιγμή να ασκήσουν τα «κυριαρχικά» δικαιώματα που τους δίνει ο νόμος.

ΟΥΤΕ είναι πρωτόγνωρο οι Συριανοί να εξανίστανται, όταν η επιτέλεση αυτών των ελέγχων γίνεται με τρόπο που προκαλεί αγανάκτηση και οργή τόσο από πλευράς συχνότητας όσο και από πλευράς συμπεριφορών των ελεγκτικών οργάνων.

ΑΥΤΗ τη φορά -και φυσικά δεν είναι η μοναδική- η οργή και η αγανάκτηση των Συριανών επικεντρώνεται στον υπερβολικό αριθμό και στον τρόπο ελέγχων από αστυνομικά όργανα τα οποία διενεργούν τροχονομικούς ελέγχους.

ΚΑΘΟΛΟΥ τυχαίος δεν είναι ο χαρακτηρισμός «τσουνάμι», καθώς εδώ και πάνω από ένα δίμηνο τα «μπλόκα» της τροχαίας βρίσκονται σε ημερήσια διάταξη και η επιβολή προστίμων πέφτει βροχή.

ΟΜΩΣ, εκείνο που προκαλεί τη μεγαλύτερη οργή είναι η συμπεριφορά κάποιων αστυνομικών οργάνων, τα οποία έχουν την εντύπωση πως η εξουσία που τους έχει δοθεί δικαιολογεί και την μεταμόρφωσή τους από προστάτες των πολιτών σε δυνάστες τους, με μια αχαρακτήριστη συμπεριφορά κατά την άσκηση των ελέγχων.

ΔΕΝ είναι μόνο το γεγονός ότι απευθύνονται στους πολίτες, ακόμη και σε υπέργηρους, σε ενικό αριθμό, αλλά είναι και γενικότερα η σκαιά συμπεριφορά τους που προκαλεί το κοινό αίσθημα και σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται, όταν μάλιστα ο εκάστοτε αστυνομικός διευθυντής ή διοικητής, κατά την ανάληψη των καθηκόντων του δηλώνει συνήθως πως ο πολίτης πρέπει να βλέπει τον αστυνομικό ως φίλο και προστάτη του και όχι σαν εχθρό και δυνάστη του.

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ενίοτε, έρχεται να διαψεύσει την καλή πρόσθεση αστυνομικών διευθυντών και διοικητών, αφού η συμπεριφορά υφισταμένων τους, λειτουργεί κάθετα αντίθετα από τις δηλωμένες επίσημα προθέσεις τους.

ΜΗΝ ξεχνάμε, επίσης, ότι η δεοντολογία του αστυνομικού επιτάσσει όπως αυτός «Εφαρμόζει το νόμο με κοινωνική ευαισθησία και ουδέποτε υπερβαίνει τα επιτρεπόμενα όρια της διακριτικής ευχέρειας που του παρέχεται». Επίσης, πως «Υπηρετεί τον Ελληνικό Λαό και εκτελεί τα καθήκοντά του, όπως ορίζουν το Σύνταγμα και οι νόμοι» και πως «Υποχρεούται να σέβεται την αξία του ανθρώπου και να μεριμνά για την προστασία των δικαιωμάτων του ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου».

ΠΕΡΑΝ αυτών, ορίζει η ίδια δεοντολογία ότι ο αστυνομικός «Έχει τα ίδια δικαιώματα με τους άλλους πολίτες, με εξαίρεση τους περιορισμούς που επιβάλλονται από το Σύνταγμα και το νόμο και είναι αναγκαίοι για την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής της αστυνομίας σε μια δημοκρατική κοινωνία», ενώ κατά την ανάληψη των καθηκόντων του αποδέχεται τη διαβεβαίωση:
«Διαβεβαιώ ότι γνώμονας της συμπεριφοράς μου αποτελεί ο σεβασμός της αξίας κάθε ανθρώπου και η προάσπιση των δικαιωμάτων του. Έχω την ύψιστη τιμή να υπηρετώ τον Ελληνικό Λαό, ασκώντας την αστυνομική εξουσία που μου εμπιστεύεται, σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. Αναλαμβάνω τις υποχρεώσεις και αποδέχομαι τους κινδύνους του λειτουργήματός μου και δηλώνω ότι εργάζομαι με αμεροληψία και δικαιοσύνη για το καλό της κοινωνίας. Προσπαθώ διαρκώς να βελτιώνω τη συμπεριφορά μου ως υπεύθυνος δημόσιος λειτουργός, αποδέχομαι τον κοινωνικό έλεγχο της δράσης μου και προσδοκώ την υποστήριξη των πολιτών».

ΚΑΛΟ, λοιπόν, είναι κάθε αστυνομικό όργανο να θυμάται κάποιες λέξεις «κλειδιά» αυτής της δεοντολογίας, όπως ότι «ουδέποτε υπερβαίνει τα επιτρεπόμενα όρια», ότι «Υπηρετεί τον Ελληνικό Λαό», ότι «Υποχρεούται να σέβεται την αξία του ανθρώπου», ότι πρέπει «να βελτιώνει τη συμπεριφορά του» και, το κυριότερο, «να προσδοκά την υποστήριξη των πολιτών».

Ο ΣΥΡΙΑΝΟΣ, όπως και κάθε Έλληνας πολίτης, θέλει να αισθάνεται ασφάλεια όταν κινείται πεζός ή εποχούμενος στον δρόμο, χωρίς το χτυποκάρδι από τον κάθε ανεύθυνο οδηγό που οδηγεί «και όποιον πάρει ο χάρος», επαφιέμενος στους ελέγχους της τροχαίας και στην επιβολή προστίμων στους παραβάτες που απειλούν τη σωματική του ακεραιότητα και τη ζωή του.

ΑΛΛΑ, αυτοί οι έλεγχοι να γίνονται με τρόπο τέτοιο που ακόμα και ο παραβάτης να βλέπει τον αστυνομικό σαν φίλο του, που τον συμβουλεύει και τον προστατεύει, και όχι να έχει την αίσθηση πως βρίσκεται σε ένα αστυνομικοκρατούμενο νησί, που κάποιοι ασκούν ελέγχους με τρόπο ανεπίτρεπτο δίνοντάς του την εντύπωση ότι η πλειοψηφία των συντοπιτών του εγκληματούν απέναντι στον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, όταν μάλιστα η τροχαία γνωρίζει πολύ καλά τους οδηγούς εκείνους οι οποίοι θέτουν σε κίνδυνο όλους εμάς τους υπόλοιπους με την επικίνδυνη οδήγησή τους, οπότε δεν πρέπει να μας βάζει όλους στο ίδιο «τσουβάλι».