ΟΦΕΙΛΩ εξ αρχής να ευχαριστήσω θερμά τον λαϊκό μας ποιητή και συγγραφέα Μανώλη Τσαγκάτο για την ευγενική του χειρονομία να με κάνει κοινωνό δύο συγγραμμάτων τα οποία αναφέρονται στο συριανό ρεμπέτη, βάρδο της λαϊκής μας μουσικής Μάρκο Βαμβακάρη.
ΤΟ πρώτο, γραμμένο από τον Νέαρχο Γεωργιάδη έχει τίτλο « Ο ΜΑΡΚΟΣ όπως τον γνώρισα» και υπότιτλο «Ο Βαμβακάρης από το Α ως το Ω» και το δεύτερο της Τέτης Σώλου με τίτλο «Κάτι να μείνει από μένα» και υπότιτλο «Πόρνες στα Βούρλα».
ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ κάνει μικρή αναφορά στον Μάρκο, όταν «… έγινε αγαπητικός στο μπορντέλο μιας πόρνης, είκοσι εφτά – είκοσι οκτώ χρονών, το οποίο βρισκόταν στο δεύτερο διαμέρισμα των Βούρλων…» «…Η πρώτη αγαπητικιά του, η Ειρήνη από τη Σύμη, του έδινε λεφτά και κουστούμια. Ύστερα ο Μάρκος αγάπησε μια άλλη πόρνη , τη Ζιγκοάλα από τη Μάνη, και την παντρεύτηκε. Η Ζιγκοάλα δεν στάθηκε καθόλου, μα καθόλου, εντάξει, ο γάμος ναυάγησε και ο Μάρκος έγραψε το “Διαζύγιο”…»
ΤΟ ΠΡΩΤΟ βιβλίο μας παρουσιάζει την προσωπικότητα του Μάρκου, με τον συριανό ρεμπέτη όπως τον γνώρισε ο συγγραφέας Νέαρχος Γεωργιάδης, φοιτητής τότε, που του πήρε συνέντευξη για το περιοδικό «Πανσπουδαστική» και τον συνάντησε στην οδό Οφρυνίου στα Άσπρα Χώματα της Κοκκινιάς.
ΕΙΝΑΙ ιδιαίτερα ενδιαφέρον το πώς ξεκινάει το βιβλίο του ο Νέαρχος Γεωργιάδης και αξίζει της όποιας αναφοράς:
ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ λοιπόν: «Όπως ο Ηρακλής άλλαξε την κοίτη και τη ροή του Αχελώου ποταμού, έτσι κι ο Μάρκος Βαμβακάρης άλλαξε την κοίτη και τη ροή του ελληνικού τραγουδιού στο σύνολό του. Το ηράκλειο κατόρθωμά του έγκειται στο ότι με το ταλέντο του αλλά βοηθημένος και από τις συγκυρίες, καθιέρωσε το μπουζούκι σαν το βασικό όργανο του λαϊκού τραγουδιού των πόλεων, από το 1933 και μετά, και το ανήγαγε σε σύμβολο του νεοελληνισμού, όπως ο Παρθενώνας αποτελεί το σύμβολο του αρχαίου ελληνισμού.
Ο ΜΑΡΚΟΣ Βαμβακάρης, λάτρης των αρχαιοελληνικών μύθων, σήμερα γίνεται ο ίδιος ένας μύθος για τους λάτρεις του. Έχοντας βαθιά ιστορική συνείδηση, γράφει και ο ίδιος ιστορία, γίνεται μέρος της ιστορίας του νεοελληνικού πολιτισμού. Προσωποποιεί το θαλασσόδαρτο βράχο του νησιού του, μοιάζοντας κι αυτός με βράχο διαβρωμένο από τον άνεμο και τα κύματα της φτώχειας, της αρρώστιας και του πάθους, που τον θαλασσόδερναν μια ζωή. Μέσα από το έργο του, με τις συνδηλώσεις που κουβαλά, κάνουν παρέλαση η φοινικική εποχή, η αρχαιοελληνική, η βυζαντινή, η ενετική, η οθωμανική και η πρόσφατη νεοελληνική. Το έργο του μας παραπέμπει στη μακραίωνη ιστορία της Σύρου αλλά και της Ελλάδας γενικά….»
ΑΥΤΑ αναφέρονται -μεταξύ άλλων- για τον Μάρκο. Δεν έχει σημασία η υπερβολή σε συγκρίσεις, όπως αυτή του μπουζουκιού με τον Παρθενώνα. Ο συγγραφέας θέλει βασικά να δείξει το «σήμα κατατεθέν» της Ελλάδας και εκείνο της λαϊκής μουσικής. Δυο ξεχωριστά πράγματα, δεμένα όμως και τα δύο με την Ελλάδα και τον Έλληνα.
Ο ΜΑΝΩΛΗΣ Τσαγκάτος δεν παρέλειψε να δώσει στην εφημερίδα και δικό του φωτογραφικό υλικό. Απαθανάτισε με τον φακό της δικής του φωτογραφικής μηχανής δυο εντοιχισμένες πλάκες στην Κοκκινιά, που έχουν σχέση με τον Μάρκο.
Η ΜΙΑ αποτελεί οδοδείκτη κι ονοματοθεσία: «ΟΔΟΣ ΜΑΡΚΟΥ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ» (μέρος της οδού Οφρυνίου) και η άλλη πληροφορεί τον διαβάτη ότι στο σπίτι, έξω από το οποίο βρίσκεται η εντοιχισμένη πλάκα, έζησε ο Μάρκος από το 1942 μέχρι το 1969, με τη σημείωση πως η εντοίχιση έγινε επί δημάρχου Νίκαιας Βασίλη Τράπαλη.
Η ΑΝΑΦΟΡΑ αυτή γίνεται σε συνέχεια των όσων έχουν γραφτεί για τον Μάρκο, με αφορμή την πρόθεση της Δημοτικής Αρχής να στηθεί ανδριάντας του στο λιμάνι της Ερμούπολης, πρόθεση η οποία προκάλεσε θετικές και αρνητικές αντιδράσεις.
Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ έχει χρέος να δημοσιεύσει όλες τις απόψεις, ανεξάρτητα από τη δική της θέση την οποία ήδη έχει κάνει γνωστή μέσα από τη Στήλη. Τα όποια συμπεράσματα στο αναγνωστικό κοινό, το οποίο μπορεί να κρίνει και τους κρίνοντες.































