ΚΑΝΕΤΕ λάθος, κυρία Πολυξένη, όταν λέτε πως δεν αγαπάω τα ζώα και ιδιαίτερα τα σκυλάκια. Αγαπώ όλα τα ζώα, εξαιρουμένων των λεόντων, των τίγρεων, των λεοπαρδάλεων, των λύκων και όλων των συναφών με αυτά αιμοβόρων συγγενών τους. Τα σκυλάκια τα αγαπώ, εξαιρουμένου του Φανούρη, του σκύλου σας, κυρία Πολυξένη. Και τον έχω τοποθετήσει στις εξαιρέσεις των αγαπημένων μου προσώπων και ζώων, για τον απλούστατο λόγο ότι και ο Φανούρης έχει κατατάξει εμένα στη λίστα των ειδών προς εξαφάνιση.
ΔΙΟΤΙ, κυρία Πολυξένη, από την πρώτη μέρα που τον κουβαλήσατε στη γειτονιά και μου τον επιδείξατε με καμάρι… «Είναι σκύλος ράτσας Yorkshire Terrier – Γιορκσάιρ Τεριέ – Γιόρκι. Γνωρίζετε από ράτσες;» «Γνωρίζω ράτσες ανθρώπων, όχι σκύλων, κυρία Πολυξένη» «Προφανώς είσαστε ρατσιστής» «Προφανώς δεν γνωρίζετε τι σημαίνει η λέξη προφανώς, κυρία Πολυξένη» «Τέλος πάντων. Ο Φανούρης είναι Yorkshire Terrier – Γιορκσάιρ Τεριέ – Γιόρκι. Καταλάβατε;» «Ποιος είναι ο Φανούρης;» «Ο σκύλος μου» «Λέτε Φανούρη αυτό το πράμα;» «Δεν είναι πράμα. Είναι ζώο και μάλιστα ζώο με ανεπτυγμένο δείκτη ευφυΐας» «Ναι, αλλά γιατί από την ώρα που με είδε γρυλίζει και μου δείχνει τα δόντια του;» «Διότι του αποπνέετε αρνητική ενέργεια» «Του Φανούρη;» «Του Φανούρη» «Και πώς κατάλαβε ο Φανούρης ότι εγώ αποπνέω αρνητική ενέργεια και δεν το έχουνε καταλάβει τόσοι άλλοι σκύλοι που με έχουνε δει;» «Ε, τι σας έλεγα πριν;» «Τι μου λέγατε πριν;» «Ότι ο Φανούρης διαθέτει αυξημένο δείκτη ευφυΐας… Το κατάλαβε από την πρώτη στιγμή που σας είδε. Πανέξυπνο σκυλί» «Αν του δώσει κάποιος να φάει μια φόλα, θα καταλάβει ότι δεν πρέπει να τη φάει;» «Όχι βέβαια» «Αυτό θα το έχω υπόψη μου, κυρία Πολυξένη».
ΑΠΟ την ημέρα εκείνη εγώ και ο Φανούρης γίναμε άσπονδοι εχθροί χωρίς κανείς εκ των δύο να γνωρίζει τον λόγο αυτής της εχθρότητας. Το πιο πιθανό είναι ο Φανούρης να γνωρίζει το λόγο, αλλά εγώ εξακολουθώ να τον αγνοώ. Μόνο μια μέρα αισθάνθηκα καλά όταν άκουσα το όνομά του από την κυρία Πολυξένη. «Θα τρελαθώ. Χάθηκε ο Φανούρης!» «Χάθηκε ο Φανούρης! Και δεν έχουνε χτυπήσει ακόμα χαρμόσυνα οι καμπάνες;» «Το ξέρω ότι δεν τον συμπαθούσατε, αλλά δεν είναι ανάγκη να μου τρίβετε το μαχαίρι στην πληγή. Ξέρετε τι σημαίνει για μένα αυτή η απώλεια;» «Φαντάζομαι. Κάτι σαν να μας πήρανε οι Τούρκοι για δεύτερη φορά την Κωνσταντινούπολη» «Τον είχα σαν παιδί μου. Τι λέω; Παιδί μου ήτανε. Μόνο που δεν μιλούσε» «Αυτό δεν μου φαίνεται και τόσο παράξενο, κυρία Πολυξένη» «Ούτε άνθρωπος σας λέω. Του μιλούσα και με κοίταζε στα μάτια» «Θα του έκανε εντύπωση η κρεατοελιά, κυρία Πολυξένη» «Του έλεγα “σήκω” και σηκωνότανε. Του έλεγα “κάτσε” και καθότανε» «Όταν δεν του λέγατε τίποτα, τι έκανε, κυρία Πολυξένη;» «Με κοίταζε στα μάτια. Περίμενε να του μιλήσω. Ούτε άνθρωπος σας λέω. Ούτε άνθρωπος!» «Αυτό δεν δείχνει υψηλό δείχτη νοημοσύνης, κυρία Πολυξένη» «Πώς βγάζετε αυτό το συμπέρασμα;» «Γιατί κανένας πια δεν θα γύριζε να σας κοιτάξει, κυρία Πολυξένη» «Τώρα καταλαβαίνω γιατί όταν σας έβλεπε του σηκωνότανε η τρίχα όρθια του ζωντανού. Είσαστε πραγματικά ασυμπάθηστος».
ΚΑΙ πάνω που με πήρε η χαρά ότι ο Φανούρης μας τελείωσε, θες από αυτοκινητιστικό δυστύχημα, θες από δολοφονική απόπειρα (όχι από μένα), θες από το γεγονός ότι έχασε το δρόμο και δεν τον ξαναβρήκε να γυρίσει, θες ότι εισακούστηκαν οι προσευχές μου, ο Φανούρης βρέθηκε. Και κατά την κυρία Πολυξένη βρέθηκε γιατί έκανε λέει φανουρόπιτα και την έταξε στον Άγιο Φανούριο. Έφερε και σε μένα. «Ορίστε. Ένα κομμάτι φανουρόπιτα, μπας και ο Άγιος Φανούριος φανερώσει τον Φανούρη μου» «Άλλη δουλειά δεν θα έχει ο Άγιος Φανούριος, θα πάρει τους δρόμους και τα βουνά να σας βρει τον Φανούρη, κυρία Πολυξένη» «Ο Άγιος θα με ακούσει και θα τον φανερώσει. Ξέρετε πόσο μου κόστισε η φανουρόπιτα; Τα καλύτερα υλικά έβαλα μέσα» «Ε, αφού είναι έτσι, δεν μπορεί. Ο Άγιος, με βάση το κόστος της φανουρόπιτας, θα βάλει λυτούς και δεμένους να τον βρούνε» «Μα, λέτε;» «Όπως σας βλέπω και με βλέπετε. Άλλωστε έχει ένα λόγο παραπάνω ο Άγιος να το κάνει» «Τι λόγο;» «Είναι συνονόματοι».
ΤΕΛΙΚΑ τον Φανούρη δεν τον βρήκε ο Άγιος Φανούριος, αλλά η τεχνολογία. Μάλιστα, αυτή η ρημάδα. Κάποιος είπε στην κυρία Πολυξένη να του δώσει να βάλει μια φωτογραφία του Φανούρη στο internet και το έκανε χωρίς να πολυκαταλαβαίνει εκείνη το γιατί και το πώς. «Βλέπει internet ο Άγιος Φανούριος;» ρώτησε μόνο και ο άλλος της απάντησε ξερά «Βλέπει» για να την ξεφορτωθεί, αλλά ο Φανούρης βρέθηκε. Τον είχε συναντήσει στο δρόμο ένας πιτσιρικάς, τον πήρε αλλά έκανε ο Φανούρης το σπίτι του μικρού άνω κάτω και πάνω που ήτανε έτοιμοι οι γονείς του να τον αμολήσουνε στους πέντε ανέμους και «στου διαόλου τη μάνα το κοπρόσκυλο», είδανε την αναζήτηση στο internet, πήρε ο πατέρας του μικρού το σκύλο και τον παρέδωσε στην κυρία Πολυξένη. Αναλύθηκε σε δάκρυα εκείνη. «Καταλαβαίνω πόσο θα τον αγαπήσατε, καλέ μου κύριε. Μα, δεν είναι αξιαγάπητος ο Φανούρης;» «Φανούρη το φωνάζετε;» «Φανούρη» «Και όμως άκουγε όταν τον φωνάζαμε εμείς με το όνομα που δώσαμε» «Πώς τον φωνάζατε δηλαδή;» «Σατανά, κυρία μου. Σατανά. Να κοιτάξτε… Σατανά… Σατανά… Φάτη, ρε… Όρμα της…. Περίεργο. Δεν κουνάει τώρα. Γιατί δεν κουνάει;» «Γιατί έχει αυξημένο δείκτη ευφυΐας, κύριε μου, γι’ αυτό. Κάτι που δεν έχετε ούτε εσείς ούτε ο γείτονάς μου, που όταν μάθει ότι γύρισε ο Φανούρης θα πέσει του θανατά».































