Ο πάντα δραστήριος «δικός μας» Σύλλογος Μικρασιατών Ερμούπολης Σύρου ταξιδέψε για μια ακόμη φορά στη Μικρά Ασία σε ένα μικρό οδοιπορικό γεμίζοντας όλους εμάς τους Μικρασιάτες συγκίνηση, μνήμες και θλίψη για τις αξέχαστες πατρίδες. Για μένα είναι η πολλοστή φορά που το όνειρο έμεινε ανεκπλήρωτο μιας κι έχω να επισκεφτώ τη Σμύρνη 35 ολόκληρα χρόνια. Από τότε που μετέφερα νεκρό τον πατέρα μου από τα ιερά χώματα της πατρίδας του. ‘Όταν έσκυψε για να προσκυνήσει τη γη της γενέτειράς του, στο σπίτι του, έπαθε έμφραγμα και τον έφερα νεκρό για να ταφεί στην δεύτερη πατρίδα του την Ερμούπολη. Η τραυματική αυτή εμπειρία -κάθε φορά που ακούω για ταξίδι στην Μικρά Ασία- αιμορραγεί και με κάνει να λιποψυχώ για να το τολμήσω. Δεν παύει, όμως, να με γεμίζει αγάπη και να μου δημιουργεί την ανάγκη να μάθω τα νέα της αλύτρωτης πατρίδας.

Οι περιγραφές, τα συναισθήματα, οι εικόνες και οι γεύσεις τόσο από την πρόεδρο Ειρήνη Χαρδαλή όσο και από τους 49 συνοδοιπόρους της από το 9ήμερο αυτό ταξίδι στην Καππαδοκία, μου προκάλεσε αμφιβολίες για το πόσο έχω τη δύναμη να είμαι αντικειμενική ταξιδιώτισσα. Αν μπορώ να περιηγηθώ τα μέρη των προγόνων, χωρίς τη νοσταλγία και το αίσθημα αδικίας για όλους εκείνους που ξεριζώθηκαν βίαια από τις προγονικές τους εστίες. Μάλλον ή σίγουρα – τώρα που κάνω δευτέρες σκέψεις- δεν θα μπορούσα να μείνω αποστασιοποιημένη για όσα θα έβλεπα και θα άκουγα από τους ξεναγούς.
Ο πατέρας μου και οι δικοί του στοίχειωναν από μνήμες και δεν μιλούσαν πολύ για το μαρτύριο που πέρασαν. Το τραύμα του τον ανάγκασε να είναι σιωπηλός και όλα όσα υπέστησαν τα μάθαμε, εμείς, τα παιδιά τους πολύ αργότερα . Γι αυτό και το αιφνίδιο, θλιβερό, αναγκαστικό ταξίδι μου στη Σμύρνη το μακρινό 1988 ήταν μια διαδικασία πολύ περισσότερο χρονοβόρα, επίπονη και επώδυνη. Με δυσκόλεψε πολύ συναισθηματικά στην πορεία, το οικογενειακό παρελθόν. Πόλεις, μέρη αγαπημένα που έζησαν οι πατέρες μας είναι ζωντανά μουσεία, όπου μπορεί κανείς να αναγνώσει την συμφορά της Μικράς Ασίας διαμέσου των αιώνων. Οι επιστρώσεις του χρόνου, τα ίχνη της ιστορίας που παραμένουν εμφανή στα τοπία, επιβάλλουν τις ονειροπολήσεις και διαπιστώνω ότι δε θέλω να ονειροπολώ έτσι. Επομένως κι αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για να μη ταξιδεύω εκεί όπου πόνεσα και πληγώθηκα. Ποιος ξέρει. Μπορεί να προλάβω να ζήσω τη λύτρωση…

Πώς να ξεπεράσεις τις πράξεις εκείνων που κούρσεψαν την ομορφιά της ύπαρξης των αθώων ψυχών και απαίτησαν, αφού δεν παραδέχτηκαν καμία γενοκτονία, να πρέπει να δεθούν με σχοινιά στα μπουντρούμια της λήθης και να καταρρακώνονται με το σκοτάδι της ανυπαρξίας. Θυμάμαι, είχα ακούσει κάποτε έναν καθηγητή πανεπιστημίου να ισχυρίζεται ότι η συγχώρεση δεν είναι πάντα λυτρωτική και καθαρτική. Ότι μπορούμε και πρέπει να συγχωρούμε πράξεις επιπολαιότητας, απερισκεψίας, ανευθυνότητας, οργανικής αδυναμίας. Αλλά πώς να συγχωρεθούν δολοφόνοι ζωής και ψυχής; Γιατί κι αυτοί που επέζησαν, έζησαν με κουρσεμένη ψυχή. Διαλύθηκε η γαλήνη τους, στοίχειωσαν τα όνειρά τους και έπρεπε, για να συνεχίσουν, να δέσουν ένα μαύρο πανί για κάλυμμα των ματιών τους.
Γι’ αυτό ο Σύλλογός μας έχει ιερά υποχρέωση- και το πράττει με σεβασμό- να κρατά τη φλόγα άσβεστη και να μεταδίδει στις επόμενες γενεές την ιστορία των πατρίδων των γεννητόρων μας για να γνωρίζουν τις ρίζες τους.
































