Γιορτές και τον μποναμά τον φύλαγα τρυφερά. Για να κάνουμε Χριστούγεννα με τον αγαπημένο μας Άμλετ της Σελήνης.
Τα Χριστούγεννα, όσο κι αν λάμπουν, έχουν πάντα μια σκιά, μια γλυκιά μελαγχολία που μοιάζει με τους στίχους του δικού μας Μάνου Ελευθερίου. Στις λέξεις του, οι άνθρωποι περιμένουν ένα μικρό θαύμα, όπως περιμένει κι ο Δεκέμβρης το φως του. Δεν έγραψε γιορτινά τραγούδια κι όμως, κάθε στίχος του κουβαλά κάτι από τη σιωπηλή υπόσχεση της γιορτής. Τη μνήμη που επιστρέφει, την τρυφερότητα που δεν χάνεται, την ελπίδα πως ο κόσμος μπορεί να γίνει λίγο πιο ανθρώπινος. Επανερχόμαστε με ένα ακόμη ανάτυπο το οποίο εκδόθηκε σε 100 αντίτυπα -εκτός εμπορίου- με την φροντίδα της αδελφής του Λιλής Ελευθερίου, «στη μνήμη του Μάνου». Συγγραφέας; Ο συγγραφέας του Αγγελοκρούσματος, του «Ολίγη μπέσα, ωρέ μπράτιμε!», και τόσων άλλων βιβλίων Θωμάς Κοροβίνης και τίτλος: «Με φωτιές». Ο ίδιος απευθυνόμενος στην αδελφή του Μάνου εκφράζει την απέραντη χαρά του για την τιμή«που κάνετε να φιλοξενήσετε γραπτές μου καταθέσεις για τον αδελφό σας που με παραδειγματική, σπάνια φροντίδα περιβάλλετε την μνήμη του……» Μνήμες λοιπόν σαν να ανάβει μέσα μας ένα μικρό κερί στο νόημα των Χριστουγέννων. Να βρίσκουμε φως εκεί όπου κάποιος, όπως ο Μάνος, μας έμαθε να κοιτάμε.
Λυπάμαι τόσο πολύ που ο χώρος της εφημερίδας δεν μου επιτρέπει να δημοσιεύσω όλα τα αφιερώματα του κ. Κοροβίνη προς το Μάνο.

«ΤΟ’75 βρέθηκα στην Αθήνα, ο νεαρότερος μιας παρέας, στο σπίτι της Θεανώς Σουνά, φίλης του Καββαδία, που όλοι την ήξεραν σαν FataMorgana.
ΚΑΠΟΙΑ στιγμή χτύπησε το κουδούνι και μπήκε ένας πελιδνός τύπος με καπελάκι, σχεδόν απόκοσμος, αλλά μ’ ένα απροσδιόριστο φωτοστέφανο να τον στολίζει κρυφά. «ΨΑΧΝΩ μια λέξη» δήλωσε, χωρίς καλησπέρες. Δεν τη βρήκε κι εξαφανίστηκε. ΣΧΕΔΟΝ είχα σκιαχτεί. Αυτός ο μυστήριος ήταν ο ποιητής Μάνος Ελευθερίου.
ΧΡΟΝΙΑ αργότερα έμελλε να γνωριστούμε και να αγαπηθούμε. Τον θαυμάζω πολύ και τον παρακολουθώ βήμα προς βήμα από νεαρός.
ΤΟΥ συγχωρώ κάποια επιπόλαια φλερτ με καρπουζόφλουδες του συρμού, δικαίωμά του, η οφειλή μας είναι τεράστια.
ΤΑ ‘ΧΩ γράψει όλα στο εγκώμιο που του έπλεξα σε κάποια «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας με τίτλο «Ο ποιητής του φαρμακωμένου καιρού». Και καυχιέμαι ότι είναι το πιο καίριο και περιεκτικό πορτρέτο του σπουδαίου φίλου μου.
ΤΟ πεζογραφικό και το καθαυτό ποιητικό του έργο είναι επίσης σημαντικά. Αλλά το ποιητικό-στιχουργικό του έργο που έχει μελοποιηθεί έχει, τρόπον τινά, σημασία ιστορική.
ΓΙΑΤΙ αυτός είναι ο κατεξοχήν ποιητής της ελληνικής μουσικής του καιρού μας που δένει την παρακαταθήκη της ποιητικής σχολής στο τραγούδι που αποκορυφώνεται με τον Γκάτσο -του οποίου ο Ελευθερίου πιστεύω πως είναι διάδοχος- με τη βαθύχρονη παράδοση των λαϊκών στιχουργών-ποιητών.
ΉΘΕΛΑ να ‘ξερα τι κάνουν οι Συριανοί! Έχουν πάρει μυρωδιά ότι έχουν έναν θησαυρό στα χέρια τους;
ΌΤΙ ο Ελευθερίου διασώζει με τις πολύμοχθες και πολυδάπανες συλλογές του το πολιτιστικό πρόσωπο της Σύρας κι ότι είναι ένας σύγχρονος εθνικός ευεργέτης; Ο Μάνος είναι δάσκαλος μου. Η αγάπη του, η τέχνη του, η σοφία του και το αστείρευτο καλαμπούρι του μου είναι πολύτιμα».

«Με φωτιές»….
«ΣΑΝ εκκλησιά λησμονημένη, ολοσκέπαστη από γαζίες και μπουκαμβίλιες, ίσα- ίσα η πύλη της ανοιχτή. Έτσι σαν όνειρο! Ανθισμένο μονοπάτι έβγαζε εκεί, δέντρα πελώρια και νερά κελαριστά, όαση της ψυχής και του κορμιού.
ΣΑ να σιγανοπερπατούσα μέσα σε παραμυθένια ζωγραφιά, πέρα απ’ την άγρια κάψα της ημέρας εκείνης, είκοσι δύο Ιουλίου, βαφτισμένος σ’ ένα φως ολύμπιας γαλήνης. «ΣΤΗΝ πόρτα του παράδεισου μια νύχτα με τ αγιάζι ένα πουλάκι κάθεται με πόνο και μαράζι…» τραγουδώντας. Είχα ώρα απέξω, μ’ έτρωγαν οι δισταγμοί. Στέκομαι στον πρόναο να πιάσω ένα κεράκι, τρέμει το χέρι μου, δε φτάνει ως το παγκάρι.
ΚΑΛΛΙΟ να προτιμούσα της ζητιάνας απέξω το κερί, πιο πολύ θα σου πήγαινε, ήσουν των πράξεων των καλών, κι ας μας άφηνες επίτηδες -για να μας δοκιμάσεις- να πιστεύουμε ότι ήσουν αγαθός, ας ξεχώριζες αμέσως με την οξυμμένη κρίση σου το αυθεντικό απ’ το σκάρτο, τον αναγκεμένο απ’ τον επιτήδειο, τον τσακισμένο φουκαρά απ’ τον επαγγελματία επαίτη.
ΕΙΧΑ προχωρήσει κι είχα σταθεί παγωμένος, ωχρός, απέναντι σου με το μυαλό άδειο από σκέψεις και την αίσθηση μιας στυφής υγρασίας να μ έχει κυριεύσει ως το μεδούλι. ΣΕ λίγο θα σε πάρουν. Με μυρτιά και πικροδάφνη. Και την κληρονομιά μιας ακόμη ορφάνιας βαριάς ν’ αφήνει τη σφραγίδα της στο υπόλοιπο της ζωής μας.
ΑΚΟΥΩ τα τραγούδια σου, τους πικροαναστεναγμούς σου, άνθρωπε καλέ και ακριβέ, με τα μάτια βρύσες στερεμένες.
ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ ταπεινέ σε χώρα ακαταχώρητηάστεγων ονείρων, αξεδίψαστε μοναχοπεριπατητή, απαρηγόρητο συριανό μου αγριοπερίστερο. Ψέμα ήταν πως θα σε πήγαιναν αλλού για να σε κάψουν.
ΣΕ ψάλλουν άγγελοι μ’ εκρηκτικά στις τσέπες. Όλα μυρίζουνε μπαρούτι εδώ. Μπαρούτι να μοιραστεί στους μυημένους στην ομερτά μια ρεβάνς που δεν πάρθηκε ποτέ για τους αδικημένους χρόνων αμέτρητων των μύθων και της ιστορίας του κόσμου τούτου. ΚΑΠΟΙΟΙ, ψυλλιασμένοι, με το άχθος της ενοχής, τρέχουν να φυλαχτούν πίσω απ’ τους κίονες και κάτω απ’ τ’ αναλόγια. Πρόπερσι τέτοιον καιρό γίνονταν παρανάλωμα πατριώτες μας στο Μάτι. Άκοντες οι άμοιροι εκείνοι. Ενώ κι εσύ, εκών, όπως ακούστηκε, παραδινόσουν στη φωτιά.
ΤΗΝ Παπαδάκη φέτος την κάναν αίθουσα θεάτρου – να μην παραπονιέσαι. Κανείς δεν έβγαλε άκρη από εκείνο τον παλιό λογαριασμό.
ΞΑΝΑΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ πάλι αρχαία τεφτέρια, ξαναμετράμε τα βερεσέδια. Για τα εμφύλια σαράκια τους και στον άλλο αιώνα θα τρώγονται οι ‘Έλληνες.
ΜΥΡΙΖΕΙ τώρα μπαρούτι και λιβάνι. Ακούγονται ψιθυριστά οι ψαλμουδιές απ’ την Ωραία Πύλη. Σαν πνιγμένες οιμωγές σε κατακόμβη-καταφύγιο θηραμάτων.
ΟΙ άγιοι και οι όσιοι κατεβαίνουν απ’ τα εικονίσματα κι ανακατεύονται με το πλήρωμα του ναού. Σε λίγο θα σε πάρουν. Ψέματα πως πας να γίνεις στάχτη.
ΠΕΤΑΡΙΖΕΙ η καρδιά μου. Ήσουν φίλος ωραίος, αποχαιρετούσες μ’ ευλογίες κι ευχές, πλάγιαζα κι είχα ένα φως παραμυθίας να με ζεσταίνει για καιρό.
ΑΝΕΚΔΟΤΑ, καλαμπούρια, γέλια αστείρευτα. Εκατέρωθεν.
ΚΑΠΟΤΕ άφηνες να ανθιστώ κάτι απ’ τις επτασφράγιστες μυστικές ομολογίες σου, «τα άδηλα και τα κρύφια».
ΚΑΙ συμβουλές! «Ακούτε ρε παιδιά, τον θείο Μάνο, δε θα χάσετε!» Τώρα οι άγιοι σε κοιτούν και σου χαμογελούν. Τα κεράκια στα χέρια μας γίνονται φωτιές να μας ζεστάνουν.
ΉΣΟΥΝΑ με το σακατιλίκι, με όσους στραβογέρνουν και στραβοπατούν, μ’ εκείνους που τραβήξανε δρόμους λοξούς, που πατήσανε σάπιο σανίδι, τους παρίες του μισοσκόταδου, τους αμνούς τους απολωλότας, τους πεινώντας και διψώντας για δικαιοσύνη.
ΤΑ σεκλέτια τα ασήκωτα, τα πένθη και τα σαρανταλείτουργα, «τη φτώχια που μας έχει γονατίσει» -που έκανε τραγούδι του καημού κι ο Άκης Πάνου-, τις λιτανείες αυτών που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα.
ΣΑΝ τον Ευριπίδη κι εσύ να σε κεντρίζουν εσαεί τα πάθη τα ανθρώπινα, κι απ’ τον Γολγοθά των τεταπεινωμένων να σκαρφαλώνεις, αχθοφόρος του δικού σου σταυρού, μέσα από ένα αόρατο μονοπάτι για μια συνομιλία με τις ψυχές του Άδη, με τους υπερχθόνιους δαίμονες, με τον άπιαστο κόσμο των αγγέλων. Βαθιά κι αθεράπευτα «ελληνικός»!
«ΌΣΟ μεγαλώνεις πιο πολύ θα πονάς», μου ‘λεγες. Γι’ αυτό είν’ αρρώστια τα τραγούδια, τι θαρρείς, όταν βγαίνουν από ψυχές άδολες και σωθικά φαρμακωμένα. ΈΦΕΡΝΕΣ κάπου κάπου στο φως κανένα απ’ τα μυστικά σου τ’ αφανέρωτα, καρδιά μου σακατεμένη κι αδικαίωτη, κι έπαιρνες το δρόμο πίσω να γυρίσεις από μέσα το κλειδί στο ασκηταριό σου.
ΝΑ ησυχάσεις απ’ τα κούφια τα λόγια, χορτασμένος από ματαιότητες, στερήσεις και απαγορεύσεις, απιστίες και προδοσίες.
ΣΟΥ είχα τάξει να σ’ έχω συντροφιά μου, στις διαδηλώσεις, στα συμπόσια, στις ερωτικές μου κατανύξεις.
ΑΓΑΠΟΥΣΕΣ γιατί ήξερες να γερνάς. Να γερνάς, να γυρνάς πίσω σου και να καταδέχεσαι μετανιωμένος ότι είχες βιαστικά προσπεράσει.
ΝΑ γερνάς και να γέρνεις. Να σκύβεις ευλαβικά προς το χώμα που σε γέννησε.
«ΧΟΥΣ εκ χοός» γνώριζες. Και απήλθες. Ποιητής του φαρμακωμένου μας καιρού! ΠΝΕΥΜΑ αδούλωτο! Με φωτιές! Πληγιασμένος αλλά μακάριος!
ΜΟΝΟ της Φραγκογιαννούς τα πάθη θα μείνουν εδώ, μαζί μας. Για όσους ζωντανούς. Εις τους αιώνας των αιώνων!
Εφημερίδα Συντακτών 18-7-2020

































