ΝΑΙ . Είναι αλήθεια. Το φετινό φεστιβάλ ρεμπέτικου , «έγραψε».
ΓΙΑΤΙ η φαεινή ιδέα να γίνει η έναρξη του φεστιβάλ στην ιστορική «ρεμπέτικη» ταβέρνα του «τεμπέλη» ήταν η απόλυτη καινοτομία.
ΤΑ σκαλιά της ταβέρνας που όλοι αγαπήσαμε, η κοσμοσυρροή, η συμμετοχή, ο εκθεσιακός χώρος σαν έτοιμος από καιρό να υποδεχτεί τους πελάτες, τα επαινετικά σχόλια, οι δημοσιεύσεις θεωρώ ότι είναι η καλύτερη ανταμοιβή για τους διοργανωτές. Μπράβο!

Η ταβέρνα που φιλοξένησε απλό λαϊκό κόσμο και προσωπικότητες με μόνηδιαφήμιση τις νοστιμιές της «λεβέντισσας» Ρουλιώς που το τηγάνι της έπαιρνε φωτιά (τέτοια τυροπιτάκια και συκώτι ριγανάτο δεν ξαναφάγαμε) και του γκρινιάρη- αθυρόστομου- καλοκάγαθου κυρ- Μιχάλη ο οποίος με τον τρόπο του ως αντίδραση εισέπραττε μόνο το γέλιο από τους θαμώνες, αποτέλεσε για πολλά- πολλά χρόνια το εμβληματικό μας τοπόσημο.
ΉΤΑΝ βλέπεις, και οι καρέκλες με τα τραπέζια που απλωνόταν κάθε θέρος πάνω στα σκαλιά και μάθαινε κανείς πρωτότυπη ισορροπία τρώγοντας και τραγουδώντας.

ΘΕΩΡΩ ότι η Στήλη πρέπει να κάνει βήμα πλάι για να δώσει βήμα στο φίλο Λευτέρη Ζάννε(σύμβουλος επενδύσεων και διαχείρισης ακινήτων και ερασιτέχνης ραδιοφωνικός παραγωγός) ο οποίος μέσω του προσωπικού του λογαριασμού έκανε το καλύτερο ρεπορτάζ για την «ταβέρνα του Τεμπέλη» και το καλύτερο μνημόσυνο εις μνήμη του Μιχάλη αλλά και της 92χρονης Ρουλιώς που θα είναι για πάντα στην καρδιά μας .
Γράφει ο Λευτέρης Ζάννες

«ΑΝΕΒΗΚΑ πριν μερικές μέρες τα σκαλοπάτια της οδού Αναστάσεως στο Βροντάδο, γιατί είχα ραντεβού με τον Λευτέρη, (φωτο) γιο του συγχωρεμένου Μιχάλη Νομικού ( Τεμπέλη).
Ο Λευτέρης καθυστέρησε και κάθισα σ’ ένα σκαλοπάτι έξω από την παλιά ταβέρνα όπου υπάρχει ακόμα η ταμπέλα της.

ΆΝΑΨΑ τσιγάρο και ατενίζοντας στο βάθος το λιμάνι, έκλεισα για λίγο τα μάτια και “μεταφέρθηκα” 35 χρόνια περίπου πίσω στο παρελθόν.
ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΑ να “ζωγραφίσω” στο μυαλό μου την ατμόσφαιρα της εποχής, τις μυρωδιές, τις μουσικές, μα κυρίως τα πρόσωπα.
ΤΟΤΕ λοιπόν ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια υπήρχαν λευκά ισόγεια σπιτάκια. Άντε κανένα να είχε κι έναν ακόμα όροφο.
ΤΑ σκαλοπάτια τα έβαφαν λευκά με ασβέστη οι νοικοκυρές δύο φορές τον χρόνο.Μια πριν την μεγάλη Εβδομάδα και μια μέσα στο καλοκαίρι.
ΟΙ πόρτες ήταν πάντα ανοιχτές όταν είχε καλοσύνη για να αερίζονται τα σπίτια. Για να μη μπαίνουν τα έντομα ήταν καλυμμένες με εμπριμέ λουλουδάτα πανιά.
ΣΕ καμιά μικρή αυλή φούντωνε κανένα γιασεμί και στις πόρτες υπήρχαν γλάστρες ή γαζοτενεκέδες με βασιλικούς ή σπάνια καμιά γαρδένια που μοσχοβολούσαν.
ΤΙΣ παρέες όμως τις μαγνήτιζαν οι μυρωδιές από τα τηγάνια της Ρουλιώς(Μαρουλιώ) και οι μουσικές από το jukebox με τραγούδια του Καζαντζίδη, της Μπέλλου, της Καίτη Γκρέυ, του Μπιθικώτση και άλλων που έφταναν μέχρι τον αμαξωτό(οδός Βροντάδου).

ΤΟ ταβερνάκι άνοιξε το 1890 και τη δεκαετία του ’50 το ανέλαβε ο Μιχάλης Νομικός, από τον πατέρα του Νικολή. Σ’ εκείνα τα χρόνια ήταν ένα μαγαζί που οι εργάτες και οι μεροκαματιάρηδες της γειτονιάς, έβρισκαν το “αποκούμπι” τους, για να πιουν το κρασί τους.
ΑΡΓΟΤΕΡΑ την δεκαετία του ’70 οι Συριανοί φοιτητές της εποχής επηρεασμένοι από τις μπουάτ και τα φοιτητικά ταβερνάκια που φύτρωναν σαν μανιτάρια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ιδιαίτερα μετά την πτώση της χούντας, άρχισαν να συρρέουν στο ταβερνάκι κάνοντάς το διάσημο σε παρέες απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας.
ΤΙΣ δεκαετίες του ’80 και του ’90 το μαγαζί γνώρισε μεγάλες πιένες, μέχρι που έκλεισε το 2000.
ΤΟ ταβερνάκι ήταν φτωχικό. Όμως ο Μιχάλης και η Ρουλιώ συνέθεταν ένα ντουέτο που η αξία του ήταν εφάμιλλη του ντουέτου Χιώτης- Λίντα.Ας μου επιτραπεί ο παραλληλισμός.
ΗΡουλιώμαέστρα στα τηγάνια και ο Μιχάλης βιρτουόζος στο σερβίρισμα.Τα καλοκαίρια που είχε περισσότερο κόσμο, βοηθούσε και ο Λευτέρης όταν μεγάλωσε.
ΈΝΑκουζινάκι με πετρογκάζ και δύο μαυροτήγανα, δέκα τραπεζάκια όλα κι όλα(το χειμώνα λιγότερα γιατί δεν χωρούσαν όλα μέσα), ο μπουφές με τα πιατικά και τα ποτήρια, το jukebox που το καλοκαίρι είχε και ηχείο κρεμασμένο σε εξωτερικό τοίχο και παρέες λογιών -λογιών, συνέθεταν το σκηνικό.

ΜΠΟΡΟΥΣΕΣ να δεις εφοπλιστές, εργάτες του ναυπηγείου, διάσημους καλλιτέχνες, οικοδόμους, φοιτητές. Ότι τραβάει η ψυχή σου.
ΚΑΠΟΙΑ βράδια ο Αλέκος ο Βασσάλος και ο Αποστόλαρος και όποιος άλλος “γρατζουνούσε λίγο”, έπιαναν την κιθάρα και το μπουζούκι και το κέφι απογειωνόταν.
ΤΑ εδέσματα ήταν λιτά κι απέριττα. Σαλάτα, μπουρεκάκια, σπανακοπιτάκια, τυροπιτάκια, συκώτι ριγανάτο, αθερίνα, κεφτεδάκια, μπακαλιάρος σκορδαλιά, καλαμαράκια και σε κατσαρόλες που τις έφερναν από το σπίτι πιτσούνια(περιστέρια) κοκκινιστά και κουνέλι στιφάδο.
ΌΛΑ παρασκευασμένα και μαγειρεμένα από τα μαγικά χεράκια της Ρουλιώς.
ΤΑ ποτά ήταν κρασί από την νταμιτζάνα, μπύρα και ούζο. Το τσίπουρο τότε δεν το έπιναν στις Κυκλάδες.

Ο Μιχάλης ήταν ένας Αριστοφανικός ήρωας. Λίγο γρουσούζης, λίγο γκρινιάρης και εύθικτος σε θέματα υγείας. Αν δεν τον πείραζες, νόμιζε ότι είσαι θυμωμένος μαζί του. ΌΤΑΝ όμως τον πείραζες και του έλεγες κάτι για το χρώμα του για παράδειγμα, τα κοσμητικά επίθετα για την μάνα σου, την θεία σου και τον πατέρα σου, “πήγαιναν σύννεφο”. Ο Μιχάλης ήταν πολύ αθυρόστομος, μα όχι βωμολόχος.

ΤΑ μπινελίκια που μας έριχνε ηχούσαν στα αυτιά μας σαν ερωτικό τραγούδι. Γιατί ο Μιχάλης ήταν καθαρός, ατόφιος, αυθεντικά λαϊκός άνθρωπος, με καρδιά μικρού παιδιού.
ΜΟΝΟ μη του ζητούσες πατάτες τηγανητές. Δεν σε ξέπλενε ούτε ο Νιαγάρας.
ΚΡΑΤΗΣΑ για το τέλος μια ιστορία από τις δεκάδες που έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη μου.
ΈΝΑ βράδυ καλοκαιριού γύρω στο ’90 ανεβήκαμε στο μαγαζί με μια παρέα. Το τραπέζι που βρήκαμε( τότε δεν γίνονταν κρατήσεις) ήταν έξω από την τουαλέτα της ταβέρνας σε ένα πλατύσκαλο που τώρα δεν υπάρχει πια.
ΣΤΗΝ παρέα ήταν και μια κοπέλα που δεν είχε ξαναπάει στο μαγαζί. Αφού μας υποδέχτηκε ο Μιχάλης αφιερώνοντάς μου διάφορα “κομπλιμέντα”, μας ρωτάει τι θα πάρετε.
ΉΘΕΛΑ να κάνω πλάκα(γνωστός προβοκάτορας) στην συγκεκριμένη κοπέλα και της είχα πει από πριν ότι η ταβέρνα σερβίρει και μαγειρευτά φαγητά. Παστίτσιο, μουσακά, παπουτσάκια κ.ά.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ο εξής διάλογος.
– Η ματμαζέλ τι θα πάρει;
– Θα ήθελα παρακαλώ μια μερίδα μουσακά.
Και δείχνοντας της το μέρος(τουαλέτα), της απαντά.
– Άντε μέσα να κόψεις ένα κομμάτι. Τώρα τον έκανα. Αχνίζει.
Το τι έγινε δεν περιγράφεται με λόγια.
ΣΤΗ μνήμη του Μιχάλη Νομικού (Τεμπέλη). Του ταβερνιάρη της νιότης μας.
Υ.Γ. Θέλω να δώσω θερμά συγχαρητήρια στους διοργανωτές του φεστιβάλ Ρεμπέτικου για την έμπνευση τους ν’ αρχίσει το φεστιβάλ φέτος από το ταβερνάκι του Τεμπέλη. ΉΤΑΝ και η αφορμή γι’ αυτό το αφιέρωμα».
































