Πάλι καλά που δεν θρηνήσαμε κανένα άνθρωπο εχθές το βράδυ στο Θέατρο Απόλλων, όχι από κάποιο ατύχημα αλλά από ανακοπή, γιατί όπως και να το κάνεις αν γελάς επί ένα δίωρο δίχως ανάσα όλο και κάποιο ατύχημα μπορεί να συμβεί…
Το αγαπημένο stand up δίδυμο Μαθιουδάκης & Θεοδωρόπουλος έδωσε παράσταση σε ένα κυριολεκτικά κατάμεστο Θέατρο Απόλλων. Δεν είναι η πρώτη φορά που έρχονται στο νησί μας καθώς είχαν ανεβάσει παράσταση προ τριετίας και πάλι.
Η παράσταση είχε δύο μέρη στα οποία εμφανίστηκαν και οι δύο κωμικοί εναλλάξ. Το κοινό τους ήταν ηλικιακά προσδιορισμένο με Μέσο Όρο ηλικίας περί τα 30. Αντίστοιχα προσδιορισμένο ήταν και το περιεχόμενο της σάτιράς τους. Αυτό μόνο τυχαίο δεν είναι καθώς και οι ίδιοι οι stand up comedians έχουν κοινές αναπαραστάσεις με αυτές τις ηλικιακές κατηγορίες όντας κομμάτι αυτών των ηλικιακών ομάδων.
Πηγή έμπνευσης η πανδημία
Ο κορμός της σατιρικής τους ύλης σχετιζόταν με την εμπειρία της πανδημίας και με το πώς αυτή επηρέασε πτυχές της καθημερινότητάς μας. Στραφήκαμε στα social media καθώς εξασθένισαν υπό το βάρος των υγειονομικών μέτρων οι άμεσες κοινωνικές επαφές, ενεπλάκημεν σε δραστηριότητες που είχαμε συνηθίσει να αναλαμβάνουν 100% οι γονείς μας και ήρθαμε σε επαφή με επαγγελματικές, κοινωνικές και ηλικιακές κατηγορίες έξω από τα καθ’ ημάς καθιερωμένα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι «μάστορες» οι οποίοι κατά τον Μιχάλη Μαθιουδάκη «είναι μικρογραφία της ελληνικής πολιτικής σκηνής». Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο μάστορας που πάντα σχολιάζει τις κακοτεχνίες του προηγούμενου συναδέλφου του όπως ακριβώς ο εκάστοτε πρωθυπουργός, που υπογραμμίζει τις ευθύνες του προκατόχου του, για να δικαιολογήσει τα βάσανά μας. Η εμπειρία της πανδημίας είχε επίσης, τη διάσταση της αίσθησης «του παγώματος του χρόνου» και αυτό έδωσε σε όλους ανεξαιρέτως την ευκαιρία για αναστοχασμό ενώ το πέρασμα της πανδημίας μας έκανε να νοιώσουμε ότι μεγαλώσαμε απότομα. Όπως είπε ο Βύρων Θεοδωρόπουλος: «Μπήκα στην καραντίνα σχετικά νέος βγήκα από την καραντίνα σχετικά μεσήλικας».
Για τη γενιά της διαρκούς μετάβασης
Η ηλικιακή παράμετρος είναι σημαντική γιατί ένα άλλο έντονο στοιχείο της κωμωδίας τους αφορούσε στη μετάβαση που αισθάνονται ότι βιώνουν διαρκώς οι άνθρωποι που ανήκουν σε αυτές τις ηλικίες, μετάβαση που μπορεί να είναι κοινωνική π.χ. από το πανεπιστήμιο στο χώρο εργασίας ή από μία εργασία σε μία άλλη, μετάβαση που μπορεί να είναι μετάβαση φάσης ζωής, η οποία είναι πολύ έντονη για τους νέους γονείς. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Θεοδωρόπουλος «δεν πάω πια για καφέ τα Σάββατα γιατί πάντα έχω κάποιο παιδικό πάρτι», ενώ συνεχίζοντας υπογράμμισε με νόημα, ότι στα παιδικά πάρτι η λέξη «παιδικά» είναι παραπειστική καθώς κάθε φορά οι γονείς είναι περισσότεροι από τα παιδιά όπως παραπειστική είναι η λέξη «Δημοκρατία» στο όνομα του κυβερνώντος κόμματος…
Γενικά, το stand up των δύο κωμικών είχε ένα έντονο ψυχαναλυτικό στοιχείο και νομίζω ότι το stand up γενικότερα έχει αυτό το στοιχείο. Ένας άνθρωπος μόνος του για μία ώρα στη σκηνή, εν προκειμένω χωρίς καθόλου μουσική, βγάζει πρόγραμμα αυτοσχεδιάζοντας και αντλώντας ύλη από τα βιώματά του. Τα αστεία δουλεύουν στο βαθμό που το κοινό βλέπει τον εαυτό του σε αυτά. Τα αστεία εναλλάσονται με ταχύτητα που δεν επιτρέπει να σταθείς σε ένα αποτυχημένο αστείο, το οποίο ακόμα και αν γίνει αισθητό μπορεί να λειτουργήσει μέσα από την αναφορά του σε ένα επόμενο ή μέσα από τον αυτοσαρκασμό του κωμικού.
Αν δούμε το πράγμα πιο σφαιρικά ίσως και το ίδιο το stand up ως είδος να είναι κάπως προσδιορισμένο ηλικιακά. Ειδικά αν λάβουμε υπόψη τα χαρακτηριστικά της ελληνικής stand up σκηνής. Η ταχύτητα της εναλλαγής είναι εφάμιλλη της ταχύτητας πληροφόρησης με την οποία είναι εξοικειωμένες οι νεότερες ηλικίες αλλά και της ταχύτητας των ρυθμών ζωής των νεότερων γενεών, οι οποίες βιώνουν καθημερινά την εργασιακή ανασφάλεια και επισφάλεια, ακόμα και αυτό μετατρέπεται σε αστείο μέσα σε μία αίθουσα stand up, σε ένα αστείο που σταματάει την ταχύτητα της παράστασης και επικρατεί η χαρμολύπη της συνειδητοποίησης. Ποιας συνειδητοποίησης; Αυτής του Βύρωνα Θεοδωρόπουλου: «Θα μεγαλώσω την κόρη μου πιο φτωχικά από ότι με μεγάλωσαν εμένα»





























