(Ναυτική Ποίηση)

Ένα τσιγάρο, έν’ άγγιγμα κι ένας καφές στο πόδι,
μα το λιμάνι μάτωναν την ίδια τη στιγμή
το «έχε γεια» του χωρισμού, που έμοιαζε με ξόδι
και τα δάκρυα που στεγνώνανε στης μοίρας τη γραμμή.

Η καταιγίδα, η καταχνιά, του πρωινού η πάχνη
χρόνια σ’ ακολουθούσανε σε θάλασσες θολές
μέχρι, που σου ‘βαψε λευκή την κόμη η αλισάχνη.
Ζωή, που σ’ εντοιχίσανε σε Δέκα Εντολές.

Το ανεμοβρόχι, που ύφαινε της νιότης η μιζέρια,
θεμελίωνε και γέμιζε το κύμα του γιαλού,
που τη μια με τίναζε ψηλά στου ουρανού τα μεσημέρια
και την άλληνε με γκρέμιζε στις χαράδρες του μυαλού.

Πού είν’ τα νησιά των κοραλλιών; Πού τραγουδάν σειρήνες;
Του ήλιου πού είν’ το καθρέφτισμα, που κόβει τα νερά;
Εγώ είδα μόνο τη σκουριά να τρώει τις λαμαρίνες
κι ανθρώπους να στοχεύουνε στα δυο μου τα φτερά.