Είναι τα κίνητρα της επιβολής της υποχρεωτικής συναλλαγής μέσω πλαστικού χρήματος, για το χτίσιμο αφορολόγητου, τόσο αθώα ή η βίαιη επιβολή τους και η αναγκαστική αποδοχή του μέτρου από τους πολίτες υποκρύπτουν κινδύνους, οι οποίοι δεν είναι άμεσα ορατοί;

Με πρόσχημα την πάταξη της φοροδιαφυγής, τα μετρητά λίαν συντόμως θα καταστούν μουσειακό έκθεμα και όλες οι νέες επιχειρήσεις θα είναι αναγκασμένες να συνδιαλλάσσονται με πιστωτική ή χρεωστική κάρτα.

Έτσι, με τα νέα δεδομένα, από 1/1/2017:

Απειλούνται με πρόστιμο 22% όσοι δεν πραγματοποιούν μέσω κάρτας τις δαπάνες που ζητά το κράτος.

Υποχρεώνονται ακόμα και οι άποροι να πραγματοποιούν αγορές με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής και με χρήματα που δεν έχουν για το τεκμαρτό εισόδημα που τους βαραίνει.

Άνεργοι ή νοικοκυρές, χωρίς εισόδημα, δεν καλύπτονται από τις δαπάνες που πραγματοποιεί ο/η σύζυγός τους που έχει κάρτα και εισοδήματα, αλλά απαιτείται να εμφανίσουν δικές τους δαπάνες.

Βαριά ανάπηροι ή ηλικιωμένοι που ζουν καθηλωμένοι στα σπίτια τους ή σε μικρά χωριά απαιτείται και πάλι να προσκομίζουν αποδείξεις (!) για να καλύψουν το 10%-20% του πραγματικού ή πλασματικού εισοδήματός τους, όπως το υπολογίζει η εφορία.

Δυστυχώς, μέχρι στιγμής, η ελληνική κυβέρνηση παρουσιάζει μια αγγελική εικόνα, αποφεύγοντας εντέχνως να αναφερθεί στο κόστος των συναλλαγών που θα πληρώσουν οι πολίτες.

Αποκρύπτει ότι με το πλαστικό χρήμα επί της ουσίας επιβάλλει την αναγκαστική διαβίωση, εργασία, κατανάλωση όλων των ιδιωτών και των επιχειρήσεων μέσω άλλων ιδιωτών και επιχειρήσεων, όπως οι τράπεζες.

Με λίγα λόγια, με τον τρόπο αυτό οι τράπεζες αποκτούν προνομιακή και δεσπόζουσα θέση – κατά παράβαση της ελεύθερης οικονομίας- τόσο στη λειτουργία του συνόλου των επιχειρήσεων όσο και στις ζωές των πολιτών.

Σταδιακά, οι πολίτες θα πάψουν να είναι πλέον άτομα με προσωπική ζωή και ιδιωτικότητα, καθώς όλα θα είναι γνωστά και θα αναλύονται από τον «Μεγάλο Αδελφό», και εν ευθέτω χρόνω θα χρησιμοποιούνται εναντίον τους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κείμενες διατάξεις του νόμου κρύβουν μια μεγάλη παγίδα υπερφορολόγησης, η οποία κρύβεται πίσω από τη φράση «Ετήσιο φορολογητέο εισόδημα».

Κι αυτό γιατί ως «Ετήσιο φορολογητέο εισόδημα» για τον υπολογισμό του απαιτούμενου ποσού δαπανών, το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί είτε με πληρωμές σε «πλαστικό» και ηλεκτρονικό χρήμα, είτε με πληρωμές σε μετρητά, θα λαμβάνεται υπόψη από τις υπηρεσίες της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων το μεγαλύτερο ποσό μεταξύ: Α) Του συνολικού δηλούμενου «ετήσιου εισοδήματος» από μισθωτές υπηρεσίες για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, ή από αγροτικές δραστηριότητες για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες και Β) Του προσδιοριζόμενου βάσει τεκμηρίων «ετήσιου εισοδήματος», το οποίο φορολογείται επίσης με βάση την κλίμακα φορολογίας των μισθωτών και των συνταξιούχων.

Το «πλαστικό» χρήμα δεν είναι λοιπόν ευλογία, όπως πολλοί πιστεύουν, αλλά καταπάτηση – με έμμεσο τρόπο – των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επί της ουσίας πρόκειται για διάτρηση του σκληρού πυρήνα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Προφανώς, το μοντέλο που επιβάλλουν οι ζηλωτές της Νέας Τάξης Πραγμάτων στη χώρα μας, αποτελεί ένα πρώτο πείραμα για την επιβολή μιας ενιαίας και ολοκληρωτικού τύπου παγκόσμιας διακυβέρνησης σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν επίσης ότι κάθε συναλλαγή μέσω καρτών χρεώνεται από τις τράπεζες. Δεδομένου, λοιπόν, ότι οι επιχειρήσεις δεν δείχνουν διατεθειμένες να το επωμιστούν αυτό, μοιραία το κόστος θα μετακυλήσει στους πολίτες, οι οποίοι και θα το επωμιστούν εξ´ ολοκλήρου καθώς το κράτος δεν θα τους επιτρέπει να συναλλαχθούν με μετρητά.

Τέλος, κανείς δεν έχει πει με ποιο τρόπο θα διασφαλιστεί ότι, το εικονικό χρήμα που θα μεταφέρεται από οθόνη σε οθόνη υπολογιστή, θα έχει αντίκρισμα σε χρυσό ή άλλα πολύτιμα τιμαλφή και δεν θα αποτελέσει μια φούσκα με στόχο να μετεξελιχθεί σε «Δούρειο Ίππο» για την οικονομική άλωση των αδύναμων οικονομικά χωρών;

Συγκεκριμένα, αυτή τη στιγμή οι εταίροι μας δανείζουν εικονικό χρήμα, το οποίο ουδέποτε φτάνει στα χέρια μας καθώς το μεγαλύτερο μέρος του καταβάλλεται άμεσα για την αποπληρωμή τόκων και επιτοκίων των δανείων μας, τη στιγμή που εμείς ως χώρα, ως αντάλλαγμα, τους παραχωρούμε υπαρκτές και άκρως στρατηγικής σημασίας υλικοτεχνικές υποδομές.