O Πούτιν είναι αρκετά έμπειρος ώστε να μην παραδώσει πυρηνική τεχνογνωσία στους Τούρκους με αφορμή την συμφωνία για την δημιουργία εργοστασίου παραγωγής πυρηνικής ενέργειας στο Ακούγιου. Θα στείλει τους δικούς του επιστήμονες και μηχανικούς, οι οποίοι θα ελέγχουν την λειτουργία του, και η Τουρκία θα παραμείνει εξαρτημένη από την ρωσσική συμμετοχή.

  • Μελέτης Η. Μελετόπουλος – Διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών του Παν/μιου της Γενεύης

Εξ άλλου ο Πούτιν πωλεί μεν αντιαεροπορικές συστοιχίες S-400 στην Τουρκία, αλλά αρνήθηκε την πρόταση του Ερντογάν γιά συμπαραγωγή. Δεν είναι στις προθέσεις του Πούτιν να συμβάλει στην αυτονόμηση και αναβάθμιση της Τουρκίας σε πυρηνική και στρατιωτική υπερδύναμη, που κάλλιστα μπορεί να  στραφεί στην συνέχεια εναντίον του, όπως ακριβώς στράφηκε πρόσφατα εναντίον των επί δεκαετίες συμμάχων της ΗΠΑ και Ισραήλ.

Ο Πούτιν δεν σκοπεύει να υποκαταστήσει τις ΗΠΑ σε κάποιον ρόλο γεωπολιτικού κηδεμόνα της Τουρκίας. Αρκείται στην προώθηση μίας ειδικής μορφής συνεργασίας, που θα διευρύνει μεν την ρωσσική επιρροή αλλά δεν θα αναιρέσει την παγκόσμια γεωστρατηγική αρχιτεκτονική. Δεν διαμφισβητεί την αμερικανική σφαίρα επιρροής, όπως ακριβώς και οι ΗΠΑ δεν παρενέβησαν στην προσάρτηση της Κριμαίας από την Ρωσσία. Τότε, ενώ οι ευρωπαϊκές διπλωματίες απειλούσαν επιπόλαια θεούς και δαίμονες και σχεδόν όλοι οι ευρωπαίοι αναλυτές προέβλεπαν σύγκρουση στην ανατολική Ευρώπη, οι Μπρεζίνσκυ και Κίσσιγκερ τάχθηκαν κατηγορηματικώς εναντίον οποιασδήποτε αμερικανικής παρεμβάσεως σε χώρο ρωσσικών συμφερόντων. Οι πραγματικά μεγάλες δυνάμεις είναι πολύ προσεκτικές στην τήρηση των ισορροπιών.

Οι ΗΠΑ, από την άλλη, έχουν ανεχθεί μέχρι σήμερα την όλο και επιθετικότερη αντιδυτική στροφή της Τουρκίας, από την προ δεκαπενταετίας άρνησή της να συμβάλει στρατιωτικά στον δεύτερο πόλεμο του Ιράκ μέχρι την πρόσφατη κινητοποίησή της στον ΟΗΕ εναντίον της απόφασης του Τραμπ να αναγνωρίσει ως πρωτεύουσα του Ισραήλ την Ιερουσαλήμ. Ακόμη και στην προειδοποίηση των Τούρκων ότι θα προελάσουν στην βόρεια Συρία παρά την παρουσία αμερικανικών βάσεων, η αντίδραση των ΗΠΑ υπήρξε «χλιαρή». Η προσαρμογή του αμερικανικού γεωπολιτικού δόγματος, στο οποίο η Τουρκία κατείχε σημαντικό ρόλο «αναχώματος», αποδεικνύεται αργή και δύσκολη. Διότι πάγια πολιτική της Δύσεως ήταν ανέκαθεν η θεώρηση της Τουρκίας ως αντιρωσσικής δυνάμεως και η προστασία της ακεραιότητος του τουρκικού κράτους ως αναχώματος στην ρωσσική πίεση προς την Ανατολική Μεσόγειο.

Αλλά αργά ή γρήγορα η εικόνα θα αρχίσει να διαφοροποιείται. Με την φιλορωσσική στροφή του, ο Ερντογάν αναιρεί ουσιαστικά τον βασικό λόγο στήριξης της χώρας του από την Δύση. Είτε ως ενεργούμενο της Ρωσσίας (κάτι που μάλλον αποκλείεται) είτε «απλώς» ως πελάτης των οπλικών της συστημάτων, η Τουρκία προκαλεί πλέον την μήνι της Δύσεως, του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ.

Ενώ λοιπόν χάνει την θέση της στο δυτικό σύστημα ασφαλείας, η Τουρκία δεν αποκτά κάποιο νέο δίκτυο προστασίας. Αλλά η γεωπολιτική μοναξιά δεν ενοχλεί τον Ερντογάν. Διότι ο Τούρκος πρόεδρος αισθάνεται ότι ηγείται μίας παγκόσμιας υπερδύναμης, που μπορεί να αγνοεί τις ΗΠΑ, να συνδιαλέγεται ως ίσος προς ίσον με τους ηγέτες της Ρωσσίας και του Ιράν, να εκπροσωπεί την παγκόσμια μουσουλμανική κοινότητα, να υπαγορεύει στους γείτονές του τους όρους του (πχ Συρία, Ελλάδα), να εξυβρίζει το Ισραήλ και να μεταχειρίζεται κράτη όπως πχ το Κοσσυφοπέδιο ως υποτελή.

Ασφαλώς η έσχατη πλάνη έσσεται χείρων της πρώτης.Η αυτο-υπερτίμηση λειτουργεί για τα κράτη ως γεωπολιτική παγίδα πρώτου μεγέθους. Στην πραγματικότητα, η Τουρκία είναι μία χώρα μικρομεσαίου μεγέθους, αντίστοιχη της Αιγύπτου ή της Αλγερίας, με σοβαρό έλλειμμα δημοκρατίας, διχασμένη ανάμεσα σε τρεις αλληλοσπαρασσόμενες ενόπλως  φατρίες (κεμαλιστές, ερντογανικούς και γκιουλενιστές), με ισχυρή κουρδική μειονότητα μέσα στην επικράτειά της που επιδιώκει απόσχιση, και περιβαλλόμενη από εχθρικά κράτη.

Αυτή η χώρα οραματίζεται την αναβίωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας,διακηρύσσει ανοιχτά την πρόθεσή της να καταλάβει εδάφη γειτονικών της χωρών και επιχειρεί να διεμβολίσει ταυτόχρονα δύο γειτονικά της κράτη στα αντίθετα άκρα της: την Συρία, όπου ήδη εισέβαλε, και την Ελλάδα, όπου κινείται στο όριο της θερμής αναμέτρησης. Η ιστορία διδάσκει ότι το άνοιγμα δύο μετώπων ταυτόχρονα κατά κανόνα καταλήγει σε καταστροφή. Ο Ναπολέων και ο Χίτλερ υπέπεσαν στην ίδια παγίδα της διμέτωπης σύγκρουσης και ηττήθηκαν οικτρά. Και ασφαλώς ο Ερντογάν δεν διαθέτει ούτε την στρατηγική ιδιοφυία του Ναπολέοντος ούτε την κτηνώδη ισχύ της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας.

Σε αυτό το σκηνικό, γιά την Ελλάδα ελλοχεύουν προφανείς κίνδυνοι αλλά και η ιστορική ευκαιρία να καλύψει την γεωπολιτική «μαύρη τρύπα» που δημιουργεί η αποχώρηση της Τουρκίας από την δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας και άρα να αποκτήσει σημαντικό γεωπολιτικό ρόλο. Σε αυτήν την κατεύθυνση απαιτούνται εσωτερικές προϋποθέσεις που ασφαλώς δεν υφίστανται σήμερα. Αλλά που μπορούν να δημιουργηθούν μέσα από μία διαδικασία ριζικής πολιτικής και διοικητικής ανασυγκρότησης.

Πηγή: huffingtonpost.gr