ΠΟΙΟΣ, άραγε, κάποιας ηλικίας, δεν θυμάται τις λίστες στον μπακάλη, στον μανάβη, στον υφασματέμπορο, ακόμη και στον ψαρά και τον φούρναρη, τη δεκαετία του ’50, όταν η μετακατοχική Ελλάδα προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα με το «Σχέδιο Μάρσαλ» και τα συσσίτια στα σχολεία;

ΤΟΤΕ που η ζωή ήταν εξαιρετικά δύσκολη και η αγορά μια οκάς (τότε) ψωμιού αποτελούσε σημείο αναφοράς, αφού δεν υπήρχε η σχετική οικονομική «άνεση» να την εξασφαλίσει στην οικογένεια.

ΒΑΣΙΛΕΥΑΝ οι λίστες στα καταστήματα πάσης φύσεως. Το μεροκάματο ή το μηνιάτικο σε συνεχή συρρίκνωση και οι ανάγκες για επιβίωση, ιδιαίτερα των παιδιών, εξαιρετικά αυξημένες.

ΠΗΓΑΙΝΕΣ στον μπακάλη, στον μανάβη, στον τσαγκάρη και τον παρακαλούσες να σου δώσει λίγη πίστωση χρόνου να τον εξοφλήσεις, κάτι που ήταν εξαιρετικά δύσκολο, μέχρι αδύνατον.

ΚΑΙ εκείνος, γνωρίζοντας την κατάσταση της κάθε οικογένειας της γειτονιάς, αν και είχε εξίσου ανάγκη στήριξης προκειμένου να αναπληρώσει το εμπόρευμα, άνοιγε λίστες και περνούσε τα βερεσέδια, γνωρίζοντας εκ προοιμίου πως η υπόσχεση για πλήρη εξόφληση αποτελούσε όνειρο θερινής νυκτός και για τον πελάτη και για τον ίδιο.

ΠΑΝΤΑ το «έναντι» υπερτερούσε της «εξόφλησης», γιατί πάντα οι ανάγκες «τρέχανε» πιο μπροστά από τις υποχρεώσεις και κάνανε ανακόλουθο ως προς τις υποχρεώσεις του τον πελάτη απέναντι στον καταστηματάρχη.

ΤΟΤΕ. Γιατί στη συνέχεια ήρθανε καλύτερα χρόνια και οι λίστες ελαχιστοποιήθηκαν αριθμητικά, χωρίς να εξαλειφθούν τελείως, τουλάχιστον στα καταστήματα της αγοράς, μιας και τα απρόσωπα πολυεθνικά καταστήματα δεν υιοθέτησαν ποτέ μια τέτοια ταχτική και ένα τέτοιο «νταραβέρι».

ΣΗΜΕΡΑ, μισό και πλέον αιώνα από τότε, χιλιάδες (αν όχι εκατομμύρια) νοικοκυριά στην Ελλάδα βιώνουν τον ίδιο εφιάλτη. Τον εφιάλτη της «λίστας» που ποτέ δεν εξοφλείται, όσο καλή πρόσθεση κι αν υπάρχει.

ΜΙΑ ερώτηση στο οποιοδήποτε κατάστημα γειτονιάς, με πώληση προϊόντων ειδών διατροφής, μπορεί να καταδείξει την κρίση που διέρχεται σήμερα η ελληνική οικογένεια.

ΑΡΚΕΙ να ερωτηθεί ο καταστηματάρχης «αν πουλάει επί πιστώσει και αν ναι, αν υπάρχουν “φέσια” από τους πελάτες του».

ΕΙΝΑΙ βέβαιο πως δε θα βρεθεί ούτε ένας να απαντήσει αρνητικά και στα δύο ερωτήματα. Και επί πιστώσει πουλάει και τα «φέσια» πάνε σύννεφο.

ΔΕΝ μιλάει για «λίστες», όπως αυτές της 10ετίας του ’50, που βρίσκονται σε πλήρη άνθιση, με νοικοκυριά να αγοράζουν, να δίνουν «κάτι» έναντι και τα υπόλοιπα… χρέος στη λίστα, μέχρι να υπάρξει η δυνατότητα κάποιας άλλης πληρωμής, πάντα «έναντι».

Μιλάει για τους «πελάτες» εκείνους (και είναι αρκετοί) που τον «φεσώνουνε» κανονικά και στη συνέχεια εξαφανίζονται, αλλάζοντας στενό αν κατά τύχη βρεθούνε σε κάποια απόσταση από τον καταστηματάρχη.

ΑΛΛΑΖΟΥΝΕ στενό και κατάστημα προκειμένου να εξασφαλίσουν νέα πίστωση χρόνου σε κάποιο άλλο κατάστημα γειτονιάς, δίνοντας στην αρχή «έναντι» κάποια χρήματα, το ποσό των οποίων κάθε φορά μειώνεται, μέχρι να «φουσκώσει» ο λογαριασμός στη λίστα και να «την κάνουν με ελαφρά πηδηματάκια», αναζητώντας νέα πηγή αγορών, που και πάλι θα τους εξασφαλίσει μια κάποια πίστωση χρόνου και,,, έχει ο Θεός, αφού εκείνοι δεν έχουν.

ΟΛΑ αυτά σήμερα. Με μια Ελλάδα γονατισμένη από τα μνημόνια και μια μικροαστική οικογένεια να προσπαθεί να σηκώσει στους ώμους της όλα τα βάρη, εις υγεία των έξυπνων που φοροδιαφεύγουν βγάζοντας κοροϊδευτικά τη γλώσσα στα κορόιδα.

ΜΙΑ Ελλάδα της 10ετίας του ’50, που ακόμα ψάχνει σε κάδους απορριμμάτων να βρει αποφάγια προκειμένου να μείνει κανένα ευρώ παραπάνω, να δοθεί «έναντι» στον έμπορο, ώστε να μην είναι αναγκασμένη να αλλάζει στενό όταν τον βλέπει από μακριά.