Είδα ξαφνικά την πατρίδα μου τυλιγμένη σε μεσαίωνες.

Και την πόλη μου είδα γεμάτη να ’ναι μικρές ξενιτιές.

Τη μορφή μου πρόσεξα

μοιρασμένη σε πολλούς καθρέφτες.

Και βάρβαρα φύλα αντίκρισα

να με ζυγώνουν με άλλου είδους περπατησιά,

για να κλέψουνε τους πνιγμούς μου

μαζί με όλα της ζωής μου τα ωσαννά

και τα φτυσίματα.

Και τώρα αφουγκράζομαι

τη βουή των νευμάτων

έτσι, όπως από μέσα μου ξεπηδάει

ένα είδος άνοιξης.

Έτσι, όπως ακουμπώ το δάχτυλο

στη σκανδάλη του μυαλού μου

την ώρα, που βαστώ

Το Σταυρό παρά πόδα!!!