Είναι η εποχή των πιτών. Πίτες πάνε κι έρχονται, δυο και τρεις την ημέρα. Γίνονται οι απολογισμοί των διαφόρων κοινωνικών και δημοτικών φορέων, συλλόγων, ομίλων, λεσχών, οργανώσεων, κομμάτων κοκ.

Σε μερικές περιπτώσεις η συμμετοχή είναι ικανοποιητική. Στις περισσότερες, απογοητευτική. Εδώ που τα λέμε, κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια, βαριέται ο άνθρωπος. Κι εγώ μαζί. Πήγα σε μία μόνο, την πίτα της Βιβλιοθήκης, επειδή το βιβλίο είναι το πάθος μου και η δημοτική βιβλιοθήκη Ερμούπολης μια δομή την οποίαν αγαπώ πολύ.

Δυστυχώς, η πίτα της βιβλιοθήκης ανήκε στη δεύτερη κατηγορία. Απογοήτευση. Η συμμετοχή μηδαμινή. Μόνον τα μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης, καμιά δεκαριά άτομα δηλαδή και λίγοι ακόμη, μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού. Η ίδια εικόνα σχεδόν παντού.

Αλλά εντάξει. Η βιβλιοθήκη, ως δημόσιος θεσμός, δεν κινδυνεύει να εξαφανιστεί από τον χάρτη του δημόσιου χώρου. Υπάρχει και θα υπάρχει, όσο βέβαια θα υπάρχουν άνθρωποι που διαβάζουν βιβλία. Γιατί, έτσι όπως πάει το πράγμα, ο μοντέρνος αναλφαβητισμός που έχει σπείρει το fb και τα λοιπά social media, σαν ένας άλλος κοροναϊός, απλώνεται ραγδαία και σέρνει στην παρακμή και στο θάνατο τον λεγόμενο δημόσιο χώρο. Δηλαδή τον μοναδικό χωρόχρονο όπου μπορούν να συναθροίζονται οι άνθρωποι, να συζητούν, να γελάνε, να ανταλλάσσουν απόψεις, εμπειρίες και βιώματα, να έχουν μια κανονική κοινωνική επαφή.

Όλα έχουν γίνει δήθεν και μας έχει φάει το «έθιμο» του δημοσιοσχεσιτισμού.

Η μεγαλύτερη όμως απογοήτευση, είναι να βλέπεις να κινδυνεύουν με διάλυση σύλλογοι που για χρόνια διατηρούσαν ζωντανή αυτή την ανθρώπινη κοινωνική επικοινωνία, με διάφορες δράσεις πολιτιστικές και άλλες, όπου ο δημότης συμμετείχε εθελοντικά προσφέροντας ανιδιοτελώς χρόνο και κόπο για το κοινό καλό.

Ένας τέτοιος σύλλογος, ιδιαίτερα δραστήριος, είναι και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Ποσειδωνίας «ο Ποσειδών». Όπου σε μιαν εβδομάδα έχει εκλογές για την ανάδειξη νέου διοικητικού συμβουλίου, και μέχρι τη στιγμή που γράφονταν αυτές οι γραμμές, είχε  βάλει υποψηφιότητα  μόνον ένα άτομο, ενώ η πρώτη γενική συνέλευση δεν πραγματοποιήθηκε λόγω έλλειψης απαρτίας.

Στην ερώτηση «για ποιο λόγο υπάρχει αυτή η έλλειψη συμμετοχής», η απάντηση ήταν ότι «δεν υπάρχει ενδιαφέρον του κόσμου για τα κοινά». Και το επόμενο ερώτημα είναι, για ποιο λόγο δεν υπάρχει πλέον ενδιαφέρον.

Θα δυσκολευτούμε να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα. Η διαπίστωση πάντως είναι ότι ο δημόσιος χώρος, όποια μορφή κι αν έχει, αργοπεθαίνει. Η αιτία θα πρέπει να αναζητηθεί προφανώς στα σημεία των καιρών και στις πολιτισμικές αλλαγές που συντελούνται στις κοινωνίες, μετά την διάδοση του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Όμως είναι και άλλες αιτίες που παίζουν το ρόλο τους. Το μοντέλο των συλλόγων και των φορέων  που ακολουθούν την πεπατημένη και παραδοσιακή μεταπολιτευτική λογική, η οποία εν πολλοίς ήταν κρατικοδίαιτη, προφανώς αργοπεθαίνει. Οι σύλλογοι μέχρι σήμερα έπαιρναν ένα κονδύλι από το δημοτικό προϋπολογισμό για τη λειτουργία τους, κι αυτό ήταν ένα κίνητρο για την δημιουργία όλο και περισσότερων συλλόγων. Μέχρι που έγινε μια φούσκα που τώρα σπάει. Αυτό σημαίνει ότι οι σύλλογοι για να κρατηθούν στη ζωή θα πρέπει να βρουν από αλλού λεφτά. Από πού; Προφανώς δεν υπάρχει άλλη πηγή εκτός από τις χορηγίες. Αλλά για να γίνει κάποιος χορηγός μιας δομής, θα πρέπει να υπάρχει κίνητρο, δηλαδή συμμετοχή των πολιτών και αξιόλογες δράσεις. Και οι περισσότεροι σύλλογοι και φορείς, εδώ που τα λέμε, δεν είχαν να παρουσιάσουν κανένα αξιόλογο έργο εκτός από κάποιες παραδοσιακές γιορτές οι οποίες πλέον είναι παρωχημένες και δεν ελκύουν παρά μόνον τους καλοκαιρινούς επισκέπτες.

Και μέσα σ’ αυτό το σκοτεινό και απαισιόδοξο μέλλον της φθοράς τους δημόσιου χώρου, εμείς μπορούμε να οραματιζόμαστε. Εικόνες από το παρελθόν ή από άλλους τόπους, μας οδηγούν στη χώρα της ουτοπίας. Πολλοί λένε ότι η ουτοπία είναι κάτι ανέφικτο. Όμως η ουτοπία είναι το σχέδιο του μέλλοντος. Το οποίο καμιά φορά καθοδηγείται από το παρελθόν.

Διότι υπήρξαν στο όχι πολύ μακρινό παρελθόν δημόσιοι χώροι και φορείς, όπου οι πολίτες συμμετείχαν ενεργά, και συνδημιουργούσαν. Υπήρχαν ομάδες δραστηριοτήτων, μια πραγματική κυψέλη δημιουργίας και κοινωνικότητας. Πραγματικής και όχι εικονικής. Με αυτό τον τρόπο λειτουργούσαν πολλές κοινωνικές-και όχι κομματικές ή κρατικές-οργανώσεις  όπου κυριαρχούσε η έννοια του δημόσιου χώρου και του λεγόμενου κοινού καλού.

Και σήμερα, βλέπουμε τη γύμνια. Γύμνια  κοινωνική, ηθική και πολιτική σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του δημόσιου χώρου. Τη γύμνια της κοινωνίας μας, όπου έχει χαθεί ο λεγόμενος κοινωνικός ιστός…