ΕΙΝΑΙ απίστευτο. Μέσα σε 70 σχεδόν μέρες μετράμε απώλειες δέκα ανθρώπων των Γραμμάτων και των Τεχνών!
ΑΠΟ τις αρχές του χρόνου μέχρι σήμερα πέθαναν κατά σειρά η ηθοποιός Έρρικα Μπρόγερ, η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ο ηθοποιός Γιώργος Κοτανίδης, ο σχεδιαστής μόδας Γιάννης Τσεκλένης, ο ζωγράφος Δημοσθένης Κοκκινίδης, ο συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας Γιώργος Μπαλάνος, ο ηθοποιός Βαγγέλης Πλοιός, ο ποιητής Γιάννης Δάλλας, η ποιήτρια Κική Δημουλά, ο ηθοποιός Κώστας Βουτσάς και η συγγραφέας Άλκη Ζέη.
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ που άφησαν ανεξίτηλα τα ίχνη τους στην πατρίδα μας.
ΆΛΛΟΙ πολύ γνωστοί, άλλοι λιγότερο, αλλά πάντως με τους περισσότερους μεγαλώσαμε.
ΜΕ τα βιβλία τους, τη ζωγραφική τους, τα ποιήματά τους, τη τέχνη της μόδας, και τις κινηματογραφικές ταινίες.
Η Ελλάδα έγινε φτωχότερη. Γιατί, όπως είπε η Άλκη Ζέη: «Υπάρχουν πολλοί και καλοί άνθρωποι του πολιτισμού, αλλά όχι μεγάλοι. Σήμερα δεν είναι η εποχή των μεγάλων».
ΣΕ τρεις μέρες θα γιορτάσουμε την παγκόσμια ημέρα Γυναίκας.
ΑΦΙΕΡΩΝΩ τη σημερινή Στήλη – σαν ένα μικρό κεράκι στη μνήμη τους- στις τέσσερις σπουδαίες γυναίκες που εγκατέλειψαν τον μάταιο τούτο κόσμο.
Άλκη Ζέη

ΑΝΕΘΡΕΨΕ με το έργο της αμέτρητες γενιές Ελλήνων.
ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΗ η ζωή της και πλούσιο το έργο τής σπουδαίας συγγραφέως Αλκης Ζέη η οποία κουβαλάει μέσα της ολόκληρη την ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα.
ΑΠΟΤΕΛΕΙ φωτεινό ορόσημο των Γραμμάτων μας και κορυφαίο υπόδειγμα πνευματικής προσωπικότητας.
ΥΠΗΡΞΕ η προσωποποίηση της εφηβείας.
Η είδηση για την απώλειά της στα 97 της χρόνια «ξύπνησε» μέσα σε εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, τα παιδιά που κάποτε υπήρξαν και είδαν μέσα από τα βιβλία της να διαμορφώνεται ο κόσμος στον οποίο θα έβγαιναν σε λίγο και τα ίδια, ως ενεργοί πολίτες, αλλά με εφόδια την πίστη στη ζωή.
«ΤΟ Καπλάνι της βιτρίνας», το πρώτο της μυθιστόρημα, υπήρξε έργο – σταθμός για την ελληνική παιδική λογοτεχνία.
ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ κλασικό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας για παιδιά, με συνεχείς επανεκδόσεις από το 1963 που πρωτοκυκλοφόρησε στην Ελλάδα και πολλές μεταφράσεις και διακρίσεις στο εξωτερικό.
ΜΕ την προσωπική γραφή της δημιούργησε ένα εντελώς νέο είδος, το εφηβικό μυθιστόρημα, που εμπεριείχε ιστορικά στοιχεία με ένα τρόπο άμεσο και διακριτό!
ΜΕΤΕΤΡΕΨΕ τις αυτοβιογραφικές της αναφορές σε συναρπαστικές ιστορίες.
Η σχέση της με το γράψιμο ξεκίνησε στα σχολικά χρόνια, γράφοντας έργα για το κουκλοθέατρο, διηγήματα και νουβέλες, που δημοσιεύονταν σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.
ΤΑ βιβλία της εμπνέονται από προσωπικές της εμπειρίες υφαίνοντας την υπόθεσή τους παράλληλα με ιστορικά γεγονότα.
Τα θέματα που πραγματεύονται είναι καθημερινά και πανανθρώπινα.
ΣΥΝΕΙΔΗΤΑ έγραφε για να μεταφέρει στις επόμενες γενιές τη γνώση της ιστορίας της Ελλάδας, της διαδρομής του λαού.
ΤΟ κουκλοθέατρο ήταν τότε ένα είδος που δεν λάτρευαν μόνο τα παιδιά, αλλά και διανοούμενοι της εποχής.
ΕΓΡΑΨΕ τον Κλούβιο και στο κοινό χειροκροτούσαν με πάθος ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος, ο Πλωρίτης. Αλλά και ο Γιώργος Σεβαστίκογλου, ο σπουδαίος θεατρικός συγγραφέας.
ΉΤΑΝ 16 ετών η Ζέη όταν τον γνώρισε, αυτός πρώτα θαυμαστής της, αυτή στη συνέχεια παραδομένη στη γοητεία του και την ιδιοφυία του.
ΈΓΙΝΕ όχι μόνο ο σύντροφός της, αλλά και ο μέντοράς της. Για παράδειγμα, ενώ η ίδια ήθελε να γίνει ηθοποιός – και σπούδασε μάλιστα- ο Σεβαστίκογλου την έπεισε ότι δεν είναι καλή ηθοποιός…»
«.. ΕΖΗΣΑ πενήντα υπέροχα χρόνια κοντά του. Η όαση όλων μας ήταν η παρέα μας: o Γκάτσος, ο Χατζιδάκις, ο Αξελός, ο Καραγιώργης και τόσοι άλλοι. Το κουκλοθέατρο μου, ο «Κλούβιος», ήταν και αυτό μια ανάσα για εμένα. Και βέβαια το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν που δημιουργήθηκε το 1942 μέσα στην πείνα, μέσα στην κακουχία».
ΒΡΕΘΗΚΕ οργανωμένη στην ΕΠΟΝ κατά την Αντίσταση, έζησε την Απελευθέρωση, τα Δεκεμβριανά, τον Εμφύλιο.
ΜΙΛΩΝΤΑΣ για τα γεγονότα που είχε βιώσει είπε ότι το πρώτο που θυμάται είναι η δικτατορία του Μεταξά. «Τα παιδιά της ηλικίας μου δεν είχαν πολυκαταλάβει τι είναι δικτατορία. Εγώ όμως είχα θεία τη Διδώ Σωτηρίου και μέσα στο σπίτι μου γίνονταν πολιτικές συζητήσεις. Το σχολείο που πήγαινα έκανε προπαγάνδα υπέρ του Μεταξά. Η αδερφή μου και η φίλη μου η Ζωρζ Σαρρή ξιπάστηκαν που έκαναν γιορτές, τις έβαζαν να απαγγέλλουν, τις έδωσαν και χρυσά αστέρια. Εγώ ήμουν πολύ σταθερή, ήμουν βενιζελική από πάντα και αυτό δεν μου κόλλαγε καθόλου.»
ΑΠΟ το 1952 μέχρι το 1964 έζησαν μαζί με τον άντρα της, ως πολιτικοί πρόσφυγες στη Σοβιετική Ένωση, όπου γεννήθηκαν και τα δυο παιδιά τους.
επέστρεψαν στην Ελλάδα το ’64 για να ξαναφύγουν το ’67 στο Παρίσι, όπου παρέμειναν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70 λόγω της δικτατορίας.
ΓΙΑ την εξορία της στη Χίο έλεγε «Ήμασταν κλεισμένες σε στρατόπεδο και δεν μας άφηναν να βγούμε παρά μόνο δυο φορές την ημέρα, σαν φυλακισμένες. Όμως ήμασταν μια μεγάλη παρέα και κάναμε πράγματα δημιουργικά: μαθήματα σε αναλφάβητες γυναίκες, μαθήματα αγγλικών, σκετσάκια, ό,τι μπορούσαμε για να διανθίσουμε αυτήν τη ζωή. Εκεί γνώρισα τη Νανά Καλιανέση και γίναμε πολύ φίλες και ούτε φανταζόμασταν ότι εγώ θα γίνω συγγραφέας και αυτή η εκδότριά μου».
«Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα», «Το καπλάνι της βιτρίνας» και «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου», συμπεριλαμβάνονται στα διαχρονικά μπεστ σέλερ της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.
Η Άλκη Ζέη αποτελεί πρέσβειρα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό, καθώς το σύνολο του έργου της είναι μεταφρασμένο σε περισσότερες από 20 γλώσσες.
Έρρικα Μπρόγερ

ΜΕ το ποδαρικό του, το 2020, έφερε τον θάνατο στη μια από τις δύο αδελφές Μπρόγιερ.
Η ξανθιά γαλανομάτα του κινηματογράφου η οποία μαζί με την αδελφή της Μαργαρίτα τη δεκαετία του ’60 γοήτευαν με τις εμφανίσεις τους έφυγε στις 5 Ιανουαρίου.
ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΑΝ, χόρευαν σημειώνοντας επιτυχία στις κινηματογραφικές ταινίες που διαδέχονταν η μια την άλλη.
Η Έρρικα Μπρόγερ με την αναμφισβήτητη βορειοευρωπαϊκή γοητεία της σημείωσε τη δική της πορεία στον κόσμο του θεάματος.
Η Έρρικα Μπρόγιερ και ο Κώστας Βουτσάς παντρεύτηκαν το 1965 και απέκτησαν μια κόρη, την Σάντρα.
ΠΑΡΟΤΙ ο γάμος τους δεν κράτησε πολύ (6 χρόνια) η αγάπη που έτρεφε ο ένας για τον άλλο ήταν τεράστια και άσβεστη μέχρι τέλους.
ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΗ η συμμετοχή της στην ταινία «Η Παριζιάνα» που υποδυόταν την όμορφη αδελφή της «μαντάμ Πελαζί» Ρένας Βλαχοπούλου.
ΑΥΤΟΣ, ήταν ένας από τους ρόλους που σημάδεψαν την καριέρα της.
ΤΡΑΓΙΚΗ ειρωνεία: Όταν η Έρρικα αποφάσισε ύστερα από 50 ολόκληρα χρόνια να επιστρέψει το σανίδι ως guest στην ίδια ταινία, αναγκάστηκε να διακόψει αφού η υγεία της επιδεινώθηκε και σύντομα ήλθε το τέλος σε ηλικία 77 ετών.
Η μοίρα θέλησε 52 μέρες μετά το θάνατό της να την ακολουθήσει ο Κώστας Βουτσάς για τον οποίο είχε δηλώσει ότι υπήρξε ο μοναδικός έρωτας της ζωής της.
Κική Δημουλά

«ΣΗΚΩ μέρα. Νίψου έτοιμο το πρωινό σου σερβιρισμένος ο κόσμος φρέσκος μόλις τον έκοψαν από το δέντρο του ύπνου. Πάρε μαζί σου και τ’ όνειρό του για μεσημεριανό σου. Κράτα λίγο και για το σούρουπο θα πεινάσεις θα ‘ναι τα τρόφιμα κλειστά. Μόνο συγκράτησε όσο μπορείς την επιδεικτική φιλάρεσκη εξάπλωσή σου. Αφού ξέρεις, η πίσω μεριά ενός βουνού ένα φού να σου κάνει, έσβησες, πας».
Μ΄ ένα «φου» έσβησε η μεγαλύτερη σύγχρονη ποιήτρια που έγραφε για τις μικρές καθημερινές στιγμές, για την απώλεια και τον έρωτα, για την ανάγκη που έχει κάθε γυναίκα να φανταστεί μια άλλη ζωή και έναν άλλο τρόπο έκφρασης.
«ΥΠΗΡΞΑ περίεργη και μελετηρή. Ξέρω απ’όλα. Λίγο απ όλα. Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται, πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε. Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων μ ‘ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς» έγραφε η Κική Δημουλά η οποία στα μέσα του περασμένου μήνα έφυγε από τη ζωή.
ΜΙΑ ζωή δοσμένη στην ποίηση ως τρόπο άμυνας σε οτιδήποτε αναγκαστικό και επιβεβλημένο.
ΤΟ είχε γνωρίσει από νωρίς όταν χρειαζόταν να κρύβει τα ποιήματά της από τον συντηρητικό περίγυρο και να διεκδικήσει τη δική της ποιητική φωνή στη σκιά του άνδρα της ο οποίος ήταν ο γνωστός και καταξιωμένος ποιητής Άθως Δημουλάς.
ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΕ σε πολύ μικρή ηλικία.
ΈΓΡΑΦΕ ποιήματα που μπορούσαν να κατατεμαχιστούν σε μικρά συνθήματα ζωής:
«Διατίθεται ἀπόγνωσις
εἰς ἀρίστην κατάστασιν,
καὶ εὐρύχωρον ἀδιέξοδον.
Σὲ τιμὲς εὐκαιρίας….
……Καὶ χρόνος
ἀμεταχείριστος ἐντελῶς.
Πληροφορίαι: Ἀδιέξοδον
Ὥρα: Πᾶσα».
ΣΤΟ κουδούνι του σπιτιού της, στην Κυψέλη, έγραφε ακόμη «Αθως Δημουλάς» παρότι τον είχε χάσει από το 1985.
Η απώλεια του συζύγου της την συνέτριψε και εγκαθίδρυσε στην ποίησή της την ιδέα του θανάτου.
ΤΟ έλεγε σαν απόσταγμα εμπειρίας και ζωής: «Εκείνος που αγαπάει είναι ο κερδισμένος. Όχι εκείνος που αγαπιέται. Το δύσκολο, το μεγάλο, είναι να αγαπάς εσύ». Εκείνη αγάπησε πολύ. Και θρήνησε πολύ.
«ΈΚΑΝΑ ενός κοινού ανθρώπου τη ζωή… Δεν άλλαξε κάτι ότι έγραφα κάποια ποιήματα. Όση φήμη κι αν απέκτησα, έμεινα η μαμά, η γιαγιά, ο εαυτός μου».
ΟΜΟΛΟΓΟΥΣΕ ακόμη ότι φοβόταν το θάνατο «που θέλει να με διαλύσει για να με πάρει άσχημη, γριά, ανόητη».
ΚΥΡΙΩΣ, όμως, έλεγε, «φοβάμαι μήπως σηκωθώ μια μέρα και δεν θυμάμαι τι είναι ποίηση».
ΕΙΧΕ για όλα κάτι να πει: «Από καταβολής κόσμου είμαστε θεατές της επικράτησης των ισχυροτέρων και του καταποντισμού των αδυνάτων. Με τρομοκρατεί η βεβαιότητα ότι δεν έχουμε τρόπο ανατροπής». Ή, «ο πεσιμισμός είναι η μεγαλύτερη αγάπη για τη ζωή». Ή «η δειλία καθόρισε την ζωή μου».
ΕΝ τέλει, δεν ζούσε ποιητική ζωή αυτή η ποιήτρια με το καθημερινό όνομα Κική.
ΔΙΑΚΟΝΟΥΣΕ την ποίηση, αλλά δεν ζούσε ποιητική ζωή. «Ποιητική ζωή δεν υπάρχει», έλεγε.
ΜΕΣΑ από τα ποιήματά της αναγνωρίζει τη διαφορετική θέση της γυναίκας στην κοινωνία μέσα στην οποία ζει, θέση που βλέπει με δεσμά.
Η ποίησή της προσφέρει φιλόξενη στέγη σε καθημερινές πληγές, κοινά ανθρώπινα βιώματα και κατορθώνει να άρει τη γυναικεία καθημερινότητα στη σφαίρα της αυθεντικής ποίησης.
ΚΑΤΑ την ανακήρυξή της σε ακαδημαϊκό είπε: «Πιστεύω ότι η ποίηση βοηθάει όσο το κερί που ανάβουμε μπαίνοντας σε ένα έρημο, καταργημένο ξωκκλήσι, με φευγάτους όλους τους αγίους. Ωφελεί όσους την αγαπούν, επειδή βρίσκουν εντός της μικρά κομματάκια από σκισμένες φωτογραφίες του ψυχισμού τους…Ωφελεί τη γλώσσα. Την περισυλλέγει από τους μεγάλους κάδους της βιασύνης και τη μεταγγίζει με σέβας στο τόσο δα μπουκαλάκι του αγιασμού, μια γουλιά, όσο ακριβώς χρειάζεται να πιει η ουσία. Τέλος ωφελεί όσο μια παυσίπονη σταγόνα η ποίηση, σε έναν ωκεανό λύπης. Δεν είναι λίγο».
ΤΟ πολυβραβευμένο έργο της έχει μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες και τιμηθεί με βραβεία και διακρίσεις.
ΟΧΙ μόνο δόξασε την Ελλάδα αλλά πάνω της είχε επενδύσει η πατρίδα μας την προσδοκία –και λαχτάρα- για ένα ακόμα Νόμπελ Ποίησης.
«ΠΡΕΠΕΙ να σας πω ότι πάντα ένας καλός λόγος με κάνει και ντρέπομαι. Η δημοφιλία είναι λίγο αταίριαστος χαρακτηρισμός για τον ποιητή.. Μια πολύ καλή τραγουδίστρια είναι δημοφιλής. Ένας πολύ καλός κωμικός είναι δημοφιλής. Για τον Ελύτη δεν είπαμε ποτέ ότι είναι ο δημοφιλής ποιητής.. Όσο και αν είναι συγκινητικό να είναι κανείς δημοφιλής, δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι τι συμβαίνει με τον κόσμο που με αγαπάει ή που πλανάται πως με αγαπάει.»
Η ακαδημαϊκός, Κική Δημουλά που πέθανε σε ηλικία 89 ετών θα μείνει Αθάνατη μέσα από το έργο της: «Η μνήμη, / κύριο όνομα των θλίψεων, / ενικού αριθμού, / μόνον ενικού αριθμού / και άκλιτη. / Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη».
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

ΕΙΠΕ: «Το μεγαλύτερό μου όνειρο είναι να μην απελπίζομαι».
ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ στην Αθήνα το 1939.
ΣΠΟΥΔΑΣΕ Λογοτεχνία στην Αθήνα, τη Γαλλία και την Ελβετία.
ΉΤΑΝ διπλωματούχος της Σχολής Μεταφραστών και Διερμηνέων.
ΕΙΧΕ εκδώσει είκοσι ποιητικές συλλογές.
ΠΟΙΗΜΑΤΑ, άρθρα, δοκίμιά της έχουν δημοσιευτεί σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ ανήκει στις προσωπικότητες που σημάδεψαν με το έργο τους το σύγχρονο πολιτιστικό γίγνεσθαι.
ΕΧΕΙ τιμηθεί με το Α΄ Βραβείο Ποίησης της πόλης της Γενεύης, με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, με το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών και με το Αριστείο υπουργείου Πολιτισμού της Μακεδονικής Εταιρείας Κιλκίς.
ΈΡΓΑ της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες.
ΈΧΕΙ δώσει διαλέξεις και έχει απαγγείλει ποιήματά της σε Πανεπιστήμια της Αμερικής και του Καναδά.
ΝΟΝΟΣ της ήταν ο Νίκος Καζαντζάκης.
ΜΕ την ενθάρρυνσή του δημοσίευσε το πρώτο της ποίημα σε ηλικία δεκαεπτά ετών.
ΤΗΣ έλεγαν: «Τι έγραψε για σένα ο Καζαντζάκης!» Κι εκείνη με σεμνότητα απαντούσε «υπερβολές του Καζαντζάκη».
«ΔΕΝ ξέρω τι θα πει ματαιοδοξία. Δεν θυμάμαι ποτέ να έγραψα κάτι για να τυπωθεί. Κι έπειτα, ήμουνα τυχερή με επιτυχίες από την πρώτη εμφάνιση στα δεκαεφτά μου χρόνια. Οπότε δεν υπήρχε λιβάδι για να φυτρώσει η ματαιοδοξία. Όμως τελευταία με ενοχλεί αφόρητα η φιλοδοξία, η λύσσα για προβολή των νέων. Εγώ ήξερα ότι όταν γράφεις ποίηση δεν περιμένεις τίποτα».
ΘΕΩΡΟΥΣΕ τον εαυτό της τυχερό παρότι πλήρωσε το τίμημα της ζωής με εισιτήριο την αρρώστια της. Έκανε εγχείρηση στο πόδι επτάμιση ετών και διασώθηκε.
ΕΙΡΩΝΕΙΑ της τύχης: Είχε σταφυλόκοκκο και έξι μήνες μετά εμφανίστηκε η πενικιλίνη που θα την θεράπευε.
ΕΖΗΣΕ με μια αναπηρία, που όμως δεν την εμπόδισε να χορέψει, να κολυμπήσει, να χαρεί.
ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΕ «έναν υπέροχο σύντροφο». Τον Βρετανό Ρόντνεη Ρουκ με σπουδές κλασσικής φιλολογίας.
ΣΑΡΑΝΤΑ τρία χρόνια παντρεμένοι έζησε μια τέλεια ζωή. Η απώλειά του ήταν το μεγάλο πλήγμα στη ζωή της.
«ΑΛΛΑ ο έρωτας είναι / η πιο σκληρή απελπισία / δεν περιέχει το τέλος του / σαν όλα τα παρήγορα πράγματα / της φύσης…. .»
ΠΙΣΤΕΥΕ ότι «δύο πράγματα δεν μπορείς να κοιτάξεις κατάματα. Τον ήλιο και το θάνατο».
ΚΑΙ για την υστεροφημία: «Γράφουμε με την ελπίδα ότι έστω και ένα τέταρτο της ώρας αφού πεθάνουμε κάτι θα έχει μείνει. Λίγο είναι αυτό; Στο μηχανισμό της γραφής υπάρχει αυτό, ότι ίσως κάτι από ό,τι κάνω μπορεί να μείνει.»
Η σπουδαία Ελληνίδα ποιήτρια που αθόρυβα τις τελευταίες δεκαετίες δημιούργησε ένα συμπαγές ποιητικό σώμα ιδιαίτερης αξίας και ομορφιάς Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ πέθανε μόνη τον περασμένο Ιανουάριο σε ηλικία 80 ετών.
































