Ήταν από εκείνους που περνούν από τη ζωή με θόρυβο, με μουσικές, με γλέντια και χάνονται σαν σκιά στο δειλινό μα η απουσία τους μοιάζει με σιωπή μετά από πανηγύρι.
Μια σιγή παράξενη, γιατί ακόμη αντηχούν στ’ αυτιά μας τα γέλια τους, οι κουβέντες τους, τα πειράγματά τους, οι σκοποί που αγάπησαν. Έμοιαζε να γεννήθηκε με ένα τραγούδι στα χείλη και έναν σκοπό στην ψυχή.
Έδειχνε ότι δεν ήταν από τους ανθρώπους που θα έκαναν ένα απλό πέρασμα από τη ζωή, αλλά από αυτούς που την αγαπούν, τη γεύονται, τη χορεύουν και τη μοιράζουν απλόχερα στους άλλους.
Αυτός ήταν ο Μπάμπης Γαβριήλ. Με το χαμόγελο πάντα έτοιμο, με το πείραγμα στην άκρη των χειλιών, με εκείνο το πηγαίο χιούμορ που σκόρπιζε γέλια στις παρέες, μετέτρεπε κάθε συνάντηση σε γιορτή.

Και τι δεν ήταν ο Μπάμπης!
Τραγουδιστής, χορευτής, τσαμπουνιέρης, ψυχή του γλεντιού, άνθρωπος της παρέας, άνθρωπος της αυτοδιοίκησης , άνθρωπος του τόπου του.
Έπαιζε την τσαμπούνα και ξυπνούσαν μνήμες αιώνων.
Χτυπούσε το τουμπί κι έμοιαζε σαν να αντηχούσαν οι φωνές των παλιών Συριανών και Κυκλαδιτών. Τραγουδούσε και οι παρέες μεγάλωναν.
Χόρευε και οι κύκλοι άνοιγαν διάπλατα για να χωρέσουν όλους όσοι ήθελαν να μοιραστούν τη χαρά της ζωής.
Σιγά που θα ακολουθούσε το γλέντι. Ο Μπάμπης το γεννούσε. Κι όπου βρισκόταν, άνθιζαν χαμόγελα.

H Σύρος πενθεί.
Με ένα παράξενο πένθος.
Πώς να πιστέψεις πως έφυγε ένας άνθρωπος που ήταν ο ίδιος η ζωή; Πώς να δεχτείς τη σιωπή για κάποιον που γέμισε τις μέρες μας με τραγούδια; Θέλω να πιστεύω πως κάπου εκεί ψηλά, μόλις έφτασε, δεν άργησαν να τον καταλάβουν. Θα τον είδαν να πλησιάζει με το γνώριμο χαμόγελο, μ’ εκείνο το βλέμμα που πρόδιδε πως όλο και κάποιο πείραγμα ετοίμαζε.
Κι ίσως κάποιος να του φώναξε: «Έλα να χορέψουμε…»
Κι εκείνος, όπως πάντα, να χαμογέλασε, να πήρε την τσαμπούνα στα χέρια, να χτύπησε το τουμπί και να ξεκίνησε έναν σκοπό.
Και τότε, όσοι είχαν φύγει πριν από αυτόν, φίλοι, συγγενείς, παλιοί μουσικοί και τραγουδιστάδες, να πιάστηκαν στον χορό. Βλέπετε οι ψυχές των ανθρώπων που αγάπησαν τη ζωή δεν γνωρίζουν τη σιωπή.

Ο Θεός, λένε, αγαπά την αγαλλίαση και τη χαρά. Και ίσως να θέλησε κοντά του τον Μπάμπη που ήξερε να κάνει τους ανθρώπους χαρούμενους , να τραγουδούν, να αγαπιούνται.
Κι εμείς εδώ, κάθε φορά που θα ακούγεται η τσαμπούνα, κάθε φορά που το τουμπί θα δίνει το μέτρο, κάθε φορά που ένας κύκλος θα ανοίγει σε πανηγύρι και οι άνθρωποι θα πιάνονται χέρι- χέρι, θα είναι σαν να βρίσκεται ανάμεσά μας.
Ο Μπάμπης δεν έφυγε. Έγινε σκοπός. Έγινε τραγούδι. Έγινε χαμόγελα. Έγινε μνήμη και άλλαξε τραπέζι. Έφυγε από το δικό μας γλέντι και πήγε σε ένα άλλο, πιο ψηλά. Και συνεχίζει να χορεύει εκεί όπου δεν υπάρχουν αποχωρισμοί, εκεί όπου τα πανηγύρια δεν τελειώνουν ποτέ και οι ψυχές ανταμώνουν ξανά.
Καλό σου ταξίδι, αγαπημένε Μπάμπη.
Κι αν στήσεις γλέντι εκεί ψηλά, παίξε κι έναν σκοπό για εμάς… μέχρι να ξαναπιαστούμε όλοι μαζί στον ίδιο κυκλωτικό, ατέλειωτο κύκλο

«Το Κάδρο της Εβδομάδας»

ΡΗΤΟ
«Να ζεις τη ζωή σου με τέτοιο τρόπο, που όταν πεθαίνεις, εσύ να χαμογελάς και οι άλλοι να κλαίνε.»
Ινδιάνικη Παροιμία































