ΓΙΑ μια ακόμη φορά η εθνική μας κατάρα, ο διχασμός, βρήκε κερκόπορτα ανοιχτή και μπήκε, απειλώντας να καταστρέψει τα πάντα και μάλιστα μέσα στο ίδιο το συνδικαλιστικό κίνημα στη Σύρο.
ΒΙΩΣΑΜΕ τα θλιβερά γεγονότα στο χώρο του ναυπηγείου, τα οποία θεωρήθηκαν απόρροια του τεταμένου κλίματος των δύο τελευταίων μηνών, κατά κοινή ομολογία «ήταν αναμενόμενα».
ΚΑΙ ήταν αναμενόμενα γιατί ο συνδικαλιστικός τομέας τόσο μέσα στο ναυπηγείο, με το διοικητικό συμβούλιο διχασμένο, όσο και εκτός αυτού, με το Εργατικό Κέντρο και αυτό διχασμένο, βρίσκεται χρονικά σε μια από τις χειρότερες φάσεις του.
ΓΙΝΑΜΕ μάρτυρες τα τελευταία χρόνια μιας αλλοπρόσαλλης πολιτικής από πλευράς Δήμου, με τον δήμαρχο Γιώργο Μαραγκό σε ρόλο Πυθίας, με διφορούμενες δηλώσεις «Είμαστε υπέρ της λειτουργίας του ναυπηγείου, αλλά να τηρούνται όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις», δηλαδή καμία ρύπανση του περιβάλλοντος, όταν και ένα μωρό παιδί γνωρίζει σήμερα πως αυτό είναι εκ των πραγμάτων ανέφικτο.
ΕΠΙΣΗΣ, γίναμε μάρτυρες μιας σειράς γεγονότων, ακόμα και πλοίων σε ομηρία μέσα στο Νεώριο, όταν οι εργαζόμενοι είχαν αγγίξει τα όρια της φτώχιας και λειτουργούσαν συσσίτια μέσα στο ναυπηγείο, ενώ γινόταν προσπάθεια με κάθε μέσον να πιεστεί η διοίκηση προκειμένου να καταβάλλει (τότε) τα οφειλόμενα δέκα και πλέον μηνών.
ΠΕΡΑΝ όμως αυτών γίναμε μάρτυρες και μιας σκληρής αντιπαράθεσης μεταξύ των ίδιων των εργαζομένων, καθώς η διοίκηση του Εργοστασιακού Σωματείου βάρεσε γροθιά στο μαχαίρι, ξεκινώντας απεργιακές κινητοποιήσεις μεγάλης διάρκειας, ενώ υπήρχαν «κλεισμένα» πλοία για επισκευή, καθώς είχε χαθεί κάθε ίχνος εμπιστοσύνης σε όλα εκείνα τα οποία υποσχόταν η διοίκηση, αλλά ελάχιστα εφάρμοζε, με αποτέλεσμα τη διόγκωση της δυσαρέσκειας.
ΓΡΟΘΙΑ στο μαχαίρι που, όπως αποδείχτηκε, μάτωσε το χέρι που χτύπησε το μαχαίρι, καθώς το Νεώριο έγινε κόκκινο πανί για τις ναυτιλιακές εταιρείες οι οποίες δεν ρισκάριζαν να κλείσουν δουλειά για επισκευή σε ένα ναυπηγείο που «έβραζε» με την εργασιακή ειρήνη ιδιαίτερα εύθραυστη.
ΚΑΙ σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο «πόλεμος» μεταξύ Εργατικού Κέντρου (Μάρκος Βουτσίνος) και Εργοστασιακού Σωματείου (Ευάγγελος Μάνθος) έπαιρνε επικίνδυνες διαστάσεις με εκατέρωθεν κατηγορίες, καθώς η μια πλευρά όχι μόνο δεν προσπαθούσε να βρει σημεία προσέγγισης με την άλλη, αλλά της έσκαβε μεθοδικά τον λάκκο για να πέσει μέσα.
ΘΥΜΑΤΑ φυσικά πάλι οι εργαζόμενοι, που εξ ανάγκης έπρεπε, κρυφά ή φανερά, να δείξουν «με ποιου το μέρος ήταν», γεγονός που καλλιεργούσε με τον καλύτερο τρόπο τη διχόνοια, η οποία θέριευε. Και το Νεώριο έμοιαζε με καζάνι κλεισμένο, που όμως μέσα το νερό χοχλακούσε και απειλούσε να τινάξει τα πάντα και τους πάντες στον αέρα, αν η φωτιά που το τροφοδοτούσε συνεχιζόταν.
ΟΛΟΙ, ή σχεδόν όλοι, συνέκλιναν στην ίδια διαπίστωση πως «Αυτό που συνέβη τελευταία στο Νεώριο ήταν αναμενόμενο».
ΝΑ θυμηθούμε ότι και την περίοδο της μεγάλης κρίσης 1991 – 1994, με ανενεργό και τότε το ναυπηγείο, που περίμενε τον «σοβαρό αγοραστή», η Σύρος βίωσε μαύρες μέρες, αλλά υπήρχε μια μεγάλη διαφορά του τότε με το σήμερα. Το εργατικό κίνημα, παρά τις όποιες διαφωνίες, υπήρξε ενωμένο και σαν μια γροθιά αντιμετώπισε την κρίση, κάτι που σήμερα είναι είδος προς αναζήτηση, αν και δεν φαίνεται να την αναζητά πλέον κανένας.



































