ΜΗ σου τύχει να βρεθείς σε αυτοκίνητο με οδηγό τον κύριο Φανούρη. Πιο καλά να κάτσεις πάνω σε ένα μαγκάλι με αναμμένα κάρβουνα, παρά στη θέση του συνοδηγού, έστω και παρά τη θέλησή σου. «Έλα, βρε αδερφέ. Πού να περιμένεις τώρα το λεωφορείο; Αφού πηγαίνω που πηγαίνω στην παραλία. Έμπα μέσα. Δε θα σε σηκώνω στην πλάτη μου».
ΚΑΙ μπήκα. Γιατί μπήκα, αφού ήξερα τη συνέχεια; Λαγός τη φτέρη έσειε, κακό του κεφαλιού του. «Τι νέα; Καλά; Γιατί εμένα μου χτύπησε μια πίεση άλλο πράμα! Ξέρεις, η πίεση είναι κληρονομική. Χτυπάω μέχρι και 21 τη μεγάλη και 13 τη μικρή. Κληρονομική από τη γυναίκα μου, δηλαδή. Θα μου πεις, πώς είναι δυνατόν να είναι κληρονομική από τη γυναίκα σου; Ας ζούσες κι εσύ μαζί της και θα σου ‘λεγα πόση πίεση θα ανέβαζες» «Δεν θα σε ρωτούσα, κύριε Φανούρη. Και δεν θα σε ρωτούσα, γιατί δεν με ενδιαφέρει πόση πίεση ανέβασες χτες, ούτε ποιος στην ανέβασε. Γιατί, αν συνεχίσουμε αυτή τη συζήτηση θα αρχίσει να ανεβαίνει η δική μου. Άσε που κάτι μου λέει ότι μου ανέβηκε ήδη» «Πώς το κατάλαβες; Έχεις κοντά σου πιεσόμετρο;» «Όχι, κύριε Φανούρη. Έχω κοντά μου εσένα».
ΚΑΙ μου αλλάζει τη συζήτηση. Δηλαδή δεν αλλάζει τη συζήτηση. Τα φώτα μου αλλάζει. «Πήγε και έκανε η κόρη μου, ξέρεις, η Μαριγώ… λίφτινγκ. Καλά δεν το λέω;» «Καλά το λες, κύριε Φανούρη, αλλά τι με ενδιαφέρει εμένα το σόι σου;» «Να μου πεις τη γνώμη σου θέλω. Πήγε και έκανε λίφτινγκ, πού νομίζεις;» «Στις μασχάλες» «Όχι, βρε αδερφέ και στις μασχάλες! Έκανε στο στόμα. Είχε, λέει, μικρά χείλια και ήθελε να τα μεγαλώσει» «Μάλιστα, αλλά εμένα τι με νοιάζει;» «Και έκανε, που λες, λίφτινγκ και μας γύρισε από την Αθήνα αγνώριστη. Κάτι χειλάρες να! Είπαμε πως το παιδί κάτι έπαθε στο μυαλό και την πήγαμε στην Τήνο να την κάνει καλά η Χάρη Της. Λοιπόν, δεν θα το πιστέψεις. Πήγε να προσκυνήσει και τη συλλάβανε, γιατί μόλις φίλησε την εικόνα ρούφηξε και όλα τα τάματα! Και μη μου πεις ότι δεν σε νοιάζει» «Όχι με νοιάζει, γιατί πάνω στην εικόνα υπήρχε και δικό μου τάμα».
ΚΑΙ είμαστε ακόμα στα μισά της διαδρομής. Να έχει κίνηση και να μην κάνουμε βήμα ούτε μπρος ούτε πίσω. «Με τα πόδια να πηγαίναμε θα είχαμε φτάσει. Να δούμε τι θα κάνει η νέα Δημοτική Αρχή Αθανασίου που είναι μόνο λόγια μου φαίνεται» «Θα κάνει, κύριε Φανούρη, μη βιάζεσαι» «Τι θα πει, μη βιάζεσαι; Εβδομήντα πέντε είμαι, πόσο πρέπει να πάω για να κάνω τη διαδρομή, από τη διασταύρωση Ερμούπολης – Τάλαντα μέχρι την πλατεία, σε δέκα λεπτά;» «Αυτό δεν το κατάφερε ο Δεκαβάλλας είκοσι τέσσερα χρόνια δήμαρχος, ούτε ο Μαραγκός, ούτε ο Λειβαδάρας πώς θα το καταφέρει ο Αθανασίου σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα;» «Μας το έταξε προεκλογικά και αφού το έταξε έχω την απαίτηση να το κάνει» «Είπε πότε;» «Δεν είπε» «Ε, τότε κάνε υπομονή» «Πόση υπομονή;» «Πόση έχεις και πόση δανεική μπορείς να πάρεις ακόμα;»
Ε, ρε που είχα μπλέξει! Τι το ‘θελα (που δεν το ‘θελα) και ρημομπήκα στο αυτοκίνητο! «Σου έλεγα για τη γυναίκα μου, την Αλεξάντρα» «Δεν μου έλεγες, ούτε θέλω να μάθω» «Τι της έχει μπει τελευταία και σε κάθε φαγητό βάζει μέσα δάφνη;» «Εμένα ρωτάς;» «Εσένα. Γιατί όταν ρωτάω εκείνη, μου λέει ότι η δάφνη νοστιμίζει το φαΐ. Μέχρι και στο παστίτσιο δάφνη βάζει. Έχεις φάει ποτέ παστίτσιο με δάφνη;» «Όχι, δεν έχω φάει» «Εγώ έφαγα. Με έχει ταράξει στη δάφνη. Αφού, να σκεφτείς, από την πολλή δάφνη όπου να ‘ναι θα βγάλω χρησμό. Με σκέπτεσαι εμένα Πυθία;» «Ούτε στα πιο άσκημα μου όνειρα» «Γιατί;» «Γιατί, Πυθία με γένια, μουστάκι και φαλάκρα ούτε σε εφιάλτες δεν βλέπεις» «Καλά κάνω, λοιπόν, που την πηγαίνω στη Βάρη, και την χώνω στην άμμο μέχρι το λαιμό» «Γιατί την χώνεις στην άμμο μέχρι το λαιμό;» «Για να συνηθίσει την άμμο πριν να συνηθίσει το χώμα που κάποια στιγμή ευλογημένη θα τη χώσω να ησυχάσω».
ΚΑΙ καλά η πολυλογία, αφού δεν έβαλε γλώσσα μέσα του. Αλλά και η οδήγηση; Να βλέπει αυτοκίνητο διπλοπαρκαρισμένο και να ωρύεται «Κοίτα ο ηλίθιος, στη μέση του δρόμου! Νύχτα του δώσανε το δίπλωμα; Πού είναι η τροχαία; Όταν την ψάχνεις είναι εξαφανισμένη. Να του πάρει το δίπλωμα πριν του πάρει ο διάολος τον πατέρα» «Μα, αυτό το αυτοκίνητο δεν είναι του γιου σου, του Δημητράκη, κύριε Φανούρη;» «Καλά λες. Πού στο διάολο να το αφήσει το παιδί αφού δεν υπάρχει ούτε ένα πάρκινγκ στα πέντε χιλιόμετρα; Ύστερα σου λένε πως φταίει ο φονιάς. Πώς να μην το αφήσει στη μέση του δρόμου; Πού να το άφηνε για να κάνει τη δουλειά του; Στη Δόξα; Α, ρε δήμαρχε ξύλο που το θέλεις! Μωρέ Δεκαβάλλας και πάλι Δεκαβάλλας» «Τι σχέση έχει ο Δεκαβάλλας;» «Καμία, αλλά κάτι δεν πρέπει να πω για να δικαιολογήσω τον ηλίθιο το γιο μου;»
































