ΝΑ συναντηθούμε οι παλιοί συμμαθητές και συμμαθήτριες. Να τα πούμε. Να θυμηθούμε τα παλιά. Να γίνουμε πάλι παιδιά. Σώσον Κύριε τον λαό Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου.
ΠΩΣ θα γίνουμε πάλι παιδιά; Έχτε δει εσείς κανένα παιδί να γεννιέται εξήντα χρονών και άνω; Α, έχετε δει. Στην ταινία «Η Απίστευτη Ιστορία του ΜπέντζαμινΜπάτον», που ο πρωταγωνιστής της ταινίας γεννήθηκε γέρος ενενήντα χρονών και όσο μεγάλωνε γινότανε νέος, μέχρι που πέθανε βρέφος.
ΤΩΡΑ μάλιστα. Μιλάμε για σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Πέστε το να το καταλάβω εξ αρχής και να μην φρικάρω. Έτσι μόνο, με ένα τέτοιο σενάριο, ένας εξηντάχρονος θα γίνει από τη μια στιγμή στη άλλη δωδεκάχρονος ή δεκαοχτάχρονος.
ΔΙΟΤΙ τη Μαρουλίτσα, που πηγαίναμε μαζί στο δημοτικό, τη βλέπω κάθε μέρα και από Μπάρμπι που ήτανε μικρή έχει γίνει η χοντρή του Θησαυρού από τότε που παντρεύτηκε. Πώς η Μαρουλίτσα θα γίνει όπως ήτανε στα δώδεκα επειδή θα κάνουμε σύναξη οι συμμαθητές για να γιορτάσουμε τα τόσα χρόνια της αποφοίτησής μας από το γυμνάσιο; Πώς η χοντρή του Θησαυρού θα μεταμορφωθεί σε Χιονάτη; Να το δω και να ανεβώ στην ταράτσα του δημαρχείου να κάνω το περιστέρι.
ΚΑΙ συναντηθήκαμε. Γλυτώσαμε τους έχοντας τη διάθεση της αυτοκτονίας στο παρά πέντε. «Ρε Μήτσο, εσύ είσαι;» «Μη μου πεις ότι εσύ είσαι ο Φώτης!» «Εσείς, κυρία μου ποια είσαστε; Α, η Μέλπω η Φωταρίδου. Ποια Μέλπω; Εκείνη με τα ξανθά μαλλιά που τη λέγαμε άγγελο στην πρώτη γυμνασίου; Αυτή!» Και από μέσα σου απορείς πώς είναι δυνατόν οι άγγελοι να μεταμορφώνονται σε τρίφυλλες ντουλάπες.
Η ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ των επιφωνημάτων του Α. «Α! Ο Θανάσης!» «Α, η Καλλιοπίτσα!» «Α, ο Μήτσος!», Και οι μπηχτές. Απαραίτητες, σαν το αλατοπίπερο. «Είσαι η…. η… Ναι, μωρέ η Χρυσούλα… η…η… Ναι μωρέ, η Σταυροπούλου… Σε θυμάμαι, πώς δεν σε θυμάμαι… Αλίμονο τώρα… Δεν άλλαξες δα και τόσο πολύ… Παντρεύτηκες; Α, παντρεύτηκες, μπράβο, γιατί αυτή η φαρμακόγλωσσα η Καρανικολοπούλου έβαζε στοίχημα ότι θα έμενες στο ράφι να κουνάς τα πόδια σου. Αλλά έχει ο καιρός γυρίσματα. Έμεινε εκείνη στο ράφι σαν ληγμένο κατεψυγμένο μοσχάρι σε σούπερ μάρκετ. Αν θυμάμαι τον συμμαθητή μας τον Αλέκο τον Χασαπόπουλο; Μα και βέβαια τον θυμάμαι. Δεν είναι εκείνος που κόλλαγε σε όλες μας και δεν τον ήθελε καμιά, γιατί λέγανε πως έχει μικρό τέτοιο… Ποια τυχερή θα τον παντρεύτηκε, αν παντρεύτηκε τελικά, γιατί με το μικρό τέτοιο ποια θα τον έπαιρνε; Α, εσύ τον παντρεύτηκες… Και δεν μου λες, ήταν αλήθεια αυτό που λέγανε; Εγκυκλοπαιδικά ρωτάω, γιατί λένε πως οι ψηλοί δεν φημίζονται για τις επιδόσεις τους στο πήδημα επί κοντώ».
ΜΕΤΑ τα εξήντα το μόνο που μένει είναι το προγούλι, η κυτταρίτιδα και οι αναμνήσεις. Όρεξη και χρόνο να ‘χεις να θυμάσαι τα περασμένα, γιατί τα τωρινά πού χρόνος με τα εγγόνια και την πίεση που χτυπάει κάτι ξεγυρισμένα δεκαοχτάρια η μεγάλη και κάτι δεκάρια η μικρή. Μετά τις αναμνήσεις των εφηβικών χρόνων η σημερινή πραγματικότητα. «Πόσες και πόσοι από μας βλέπουνε τα ραδίκια ανάποδα;» «Αρκετοί, να σου τους μετρήσω;» Πάντα λες «Να σου τους μετρήσω». Ποτέ δεν λες «Να σου τις μετρήσω». Είναι συνέχεια εκείνου του γνωστού «Ποιος πέθανε;» «Ποια παντρεύτηκε;» Το αντίθετο ακούγεται σπάνια και όχι από γυναίκα.
ΚΑΙ έρχονται τα μεζεδάκια και έρχεται το κρασάκι και παίρνουνε φωτιά τα πιρούνια. «Γκαρσόν, αυτό τι είναι;» «Κοψίδια, κυρία μου» «Χοληστερίνη» «Όχι, κυρία μου, κοψίδια είναι» «Ξέρω εγώ τι σου λέω. Κι αυτό τι είναι;» «Μπεκρή μεζέ, κυρία μου» «Τριγλικερίδια» «Όχι, κυρία μου, μπεκρή μεζέ είναι. Ορίστε, το λέει και ο κατάλογος» «Δεν κοιτάζω τον κατάλογο εγώ παιδί μου» «Και τι κοιτάζετε;» «Τις εξετάσεις αίματος».
ΕΤΣΙ κύλησε η βραδιά και εκεί γύρω στη μία το διαλύσαμε. «Ε, να μη χαθούμε τώρα που βρεθήκαμε» «Να δώσουμε ραντεβού από τώρα για μετά από δέκα χρόνια» «Να ξαναβρεθούμε. Ραντεβού, λοιπόν, στην πλατεία Μιαούλη, μετά από δέκα χρόνια» «Άραγε θα δούμε το Μιαούλη στην πλατεία;» «Το πρόβλημα, παιδιά, δεν είναι αν δούμε εμείς τον Μιαούλη στην πλατεία όταν είμαστε εβδομήντα. Το πρόβλημα είναι αν ο Μιαούλης δει εμάς στην πλατεία».
Ο Ρίμος































