Τα ενενήντα έξι χρόνια ζωής έκλεισε αισίως η αειθαλής Αικατερίνη Πολυκανδριώτη, μητέρα του Μητροπολίτη Σύρου, στις 24 Οκτωβρίου και τα εόρτασε σε στενό οικογενειακό κύκλο στη Μύκονο όπου διαμένει, γενέτειρα των δύο παιδιών της, του Δωρόθεου και του, κατά τέσσερα χρόνια μικρότερου, Νικόλα.
Η 96χρονη Κατερίνα Πολυκανδριώτη, με καταγωγή του πατέρα της (στρατιωτικός) το Ρέθυμνο της Κρήτης, γεννήθηκε στα Γιάννενα, μεγάλωσε στην Κομοτηνή και από την κήρυξη του πολέμου το ’40 διέμενε στην Αθήνα, που έγινε και η μόνιμη κατοικία της οικογένειας.
Δεν ξεχωρίζει η αγάπη για τα παιδιά της, αλλά όταν αναφέρεται στον Δωρόθεο τα μάτια της λάμπουν και το στόμα της στάζει μέλι.
Μόλις την αντικρίσεις και διασταυρώσεις το βλέμμα σου μαζί της καταλαβαίνεις ότι δεν είναι από τους ανθρώπους που χαρίζεται. Είναι βλέμμα που σε προδιαθέτει πως ό,τι έχει να σου πει θα στο πει στα ίσα, χωρίς περιστροφές και χωρίς να σκιάζεται.
Όταν όμως το βλέμμα αυτό πέφτει πάνω στον «δεσπότη» γλυκαίνει, γίνεται αφάνταστα τρυφερό και η φωνή ακούγεται σχεδόν μελωδική να βγαίνει από τα χείλη της καθώς του μιλάει. Και εκείνος ανταποδίδει, με την ίδια αγάπη και τρυφεράδα το βλέμμα. Ακουμπάνε το ένα βλέμμα πάνω στο άλλο και ξαποσταίνουν, όσο κουρασμένα κι αν είναι αυτά από την καθημερινότητα και την κόπωση.
Θυμάται ότι ο γιος της στα 24 του χρόνια «ενδύθηκε» τον Ιησού Χριστό χειροτονούμενος διάκονος από τον προκάτοχό του Δωρόθεο Στέκα, στα 25 του ανέβηκε το σκαλοπάτι της ιεροσύνης και έγινε ιερέας. Είκοσι τρία χρόνια ιεροκήρυκας στην Ιερά Μητρόπολη Σύρου και στα 48 του χρόνια ευτύχησε να καταλάβει, με την ιαχή «άξιος… άξιος..» από κληρικούς και λαϊκούς, το ανώτατο αξίωμα της Μητρόπολης, αυτό του μητροπολίτη, δια χειρών αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου.
Ίσως στη μοναδική της συνέντευξη σε Μέσο Μαζικής Ενημέρωσης, πριν μερικά χρόνια, την είχαμε ρωτήσει πώς βλέπει τη διαδρομή της ζωής του σημερινού Μητροπολίτη και της ζητάμε να θυμηθεί την παιδική ηλικία του στη γενέτειρά του τη Μύκονο.
Στην αρχή αντιδρά. Το αίμα ανάβει, αποκλείει κάθε κουβέντα. «Θέλεις να μου πάρεις συνέντευξη; Δεν είμαι η κατάλληλη». Μεγάλη η προσπάθεια να μεταπειστεί. Παίρνει ώρα. «Δυο κουβέντες, δυο λέξεις μόνο. Ποια ήταν η συμπεριφορά του σαν ήταν παιδί;»
Το χαμόγελο γαληνεύει το ταραγμένο πρόσωπο. Το κάνει φιλικό, βατό. Κλείνει τα μάτια. Δίνει μια στο χρόνο και τον γυρίζει πίσω με μια εντυπωσιακή ευκολία. «Μικρός; Ήταν ένα ήσυχο παιδί. Πολύ ήσυχο. Ένα πράο, γλυκό παιδί» Τα μάτια παραμένουν κλειστά. Φυλακίζουν το χρόνο πίσω από τα βλέφαρα. Θα πει πως ο Δωρόθεος έχει διαφορετικό χαρακτήρα από τον μικρότερο, κατά τέσσερα χρόνια, αδελφό του Νικόλα, που ζει στη Μύκονο και ασχολείται με επιβλέψεις σε οικοδομικά έργα, αλλά μέχρι σήμερα έχουν ένα «δέσιμο» πρότυπο για αδέρφια.
Τι ήταν εκείνο που την προβλημάτιζε όταν ήταν μικρός; Δεν σκέπτεται ούτε δευτερόλεπτο. Η απάντηση αυθόρμητη. «Όταν μου το έσκαγε και πήγαινε στην εκκλησία. Σηκωνόμουν την Κυριακή το πρωί και τον έψαχνα. Εξαφανισμένος. Στην αρχή λαχταρούσα από την ανησυχία, μέχρι να γυρίσει και να μου πει πού ήταν, μετά το πήρα απόφαση, συνήθισα»
Πότε κατάλαβε ότι ο γιος της είχε «κλίση» προς την ιεροσύνη; Θα απαντήσει πως αφ’ ότου τον θυμάται και όσο κι αν γυρίσει το χρόνο πίσω, βλέπει τον σημερινό μητροπολίτη να ασχολείται με οτιδήποτε είχε σχέση με την εκκλησία. Ήταν κάτι που τον τραβούσε σαν μαγνήτης. Ακόμα και στο παιχνίδι με τα άλλα παιδιά, «έπαιζε» το ρόλο του ιερέα. «Του άρεσε να βαφτίζει, να παντρεύει… Μετά βρήκε διέξοδο στα κατηχητικά… Πήγε πανεπιστήμιο, το τελείωσε και ακολούθησε το όνειρό του, την ιεροσύνη»
Εκείνη; Με τι «μάτι» έβλεπε ένα της παιδί να ακολουθεί αυτό το δρόμο τον οποίο δύσκολα αποδέχονται οι γονείς; Θα πει ότι δεν προβληματίστηκε. Αφού εκείνος επέλεξε συνειδητά να ακολουθήσει την ιεροσύνη, ας την ακολουθούσε. Ήταν κάτι που του άρεσε, που τον προσέλκυε αφότου ένιωσε τον κόσμο. Με ποιο δικαίωμα εκείνη θα του στερούσε την εκπλήρωση ενός ονείρου; Όσο για τον πατέρα του; «Είχε κάποιες αντιρρήσεις στην αρχή, αλλά μετά… εντάξει…»
Σταματάει. Οι τότε μνήμες με τις προσωρινές αντιρρήσεις του πατέρα την επαναφέρουν στον παρόντα χρόνο. Θυμάται τη δική της ικανοποίηση όταν, στα 24 χρόνια του, φόρεσε τα ράσα και χειροτονήθηκε διάκονος. «Χαρήκαμε που ακολούθησε την Εκκλησία. Έχουμε πίστη. Θεωρήσαμε ότι προσφέραμε ένα παιδί μας σ’ αυτήν, στο Θεό»
Το 1977 ο 24χρονος Δωρόθεος έρχεται στη Σύρο, νεοχειροτονηθείς διάκονος, ιεροκήρυκας της Ιεράς Μητρόπολης. «Εγώ τον έφερα. Τον ταχτοποίησα, τον εγκατέστησα» Η φωνή έχει μια ανείπωτη γλύκα, τα μάτια μισοκλείνουν, δίνει πάλι μια σπρωξιά στο χρόνο που γυρίζει πίσω. «Μας κακοφάνηκε που έφυγε τότε από κοντά μας. Ήταν αισθητό το κενό που μας άφησε, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει»
Κάποια στιγμή, μεγάλη στιγμή στη δύση του 2001, ο μικρός έγινε μεγάλος και στα χρόνια και στα αξιώματα. Ανεβαίνει τις βαθμίδες και κάθεται στην υψηλότερη της Μητρόπολης, στην οποία υπηρετούσε, σ’ αυτήν του μητροπολίτη. Στις 19 Ιανουαρίου 2002 γίνεται η ενθρόνιση στη Σύρο με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια. Πώς αισθάνθηκε εκείνη;
Χαμογελάει. Πώς αισθάνθηκε! Τι ερώτηση είναι αυτή; Πώς αισθάνεται μια μάνα που βλέπει το παιδί της να μεγαλώνει ξαφνικά στα μάτια όλων των ανθρώπων; «Πώς αισθάνθηκα… Άστα… Μεγάλη συγκίνηση… Πώς να πω όλα αυτά τα αισθήματα που ένιωσα; Που νιώσαμε… Ζούσε τότε ο πατέρας του («έφυγε» το 2003). Εγώ είμαι πιο συγκρατημένη, εκείνος έκλαιγε σαν μωρό παιδί.. Όταν του λέγανε «να σας ζήσει ο γιος σας… Άξιος.. Άξιος γιος και δεσπότης..» και του φίλαγαν το χέρι.. Το κλάμα που έκανε..!»
Ποιο είναι το μεγαλύτερο προτέρημα που έχει ο γιος της; Εδώ το ύφος αλλάζει. Κοιτάζει ίσα στα μάτια, χτυπάει στα μηλίγγια η Κρητική φλέβα από τη γενιά του πατέρα της, αλλά απαντάει διπλωματικά: «Το μεγαλύτερό του προτέρημα το γνωρίζετε εσείς. Εσείς είσαστε μαζί του. Εσείς τον ζείτε. Εσείς ξέρετε»
Μεταθέτει τα προτερήματα στα ανύπαρκτα –όπως λέει- ελαττώματα. «Δεν έχει ελαττώματα. Μόνο προτερήματα» Κάνει μια κίνηση με το χέρι, σαν να θέλει να διώξει μια αδιόρατη σκιά και συμπληρώνει με τον πιο φυσικό τρόπο «Μάνα του είμαι. Μόνο προτερήματα βλέπω».
Ο μητροπολίτης, στην άλλη άκρη του δωματίου, δεν σταματάει να μιλάει στο τηλέφωνο, το ακουστικό έχει πάρει φωτιά.
«Είναι εργατικός, άοκνος, ακούραστος. Θέλει να προσφέρει και προσφέρει για όλους και για όλα. Τον βλέπετε. Γίνεται θυσία για όλους και για τον εαυτό του τίποτα»
Είναι αρκετό, κατά τη γνώμη της, το έργο που έχει κάνει όλα αυτά τα χρόνια στη Μητρόπολη; Η κ. Κατερίνα σηκώνει περήφανα το κεφάλι και εκτιμά με τρόπο απόλυτο «Όχι δεν είναι αρκετό. Πρέπει να κάνει κι άλλο… κι άλλο… κι άλλο. Έχει πολλή δουλειά ακόμα μπροστά του. Αυτή η Μητρόπολη είναι δύσκολη. Έχει νησιά… έχει θάλασσα..»
Η προσφορά του στη Μητρόπολη; Είναι αρκετή για τη μάνα η θυσία του; «Η ζωή συνεχίζεται και μαζί με τη ζωή συνεχίζεται και το έργο. Δεν είναι θυσία. Αν αυτό που κάνεις, το κάνεις με την καρδιά σου δε θυσιάζεσαι. Κάνεις αυτό που πρέπει. Κάνεις αυτό που τάχτηκες να κάνεις»
Ποια συμβουλή θα του έδινε ως μάνα του; «Να συνεχίσει το έργο του όπως το ξεκίνησε και να μην πτοηθεί μπροστά σε καμιά δυσκολία». Της θυμίζουμε πως ο Μητροπολίτης πολεμήθηκε και εξακολουθεί να πολεμιέται από τους εμφανείς και τους αφανείς εχθρούς του. «Δεν πειράζει. Ας πολεμιέται. Υπήρξε και μεγαλύτερη πολεμική εναντίον του την οποία ξεπέρασε. Τώρα, μπροστά σ’ εκείνη, αυτή δεν είναι τίποτα»
Στο μυαλό μας, στο μυαλό της, καθώς ο φωτογραφικός φακός απαθανατίζει μάνα και γιο σε στιγμές γαλήνης, ηχούν ακόμα τα πρώτα λόγια –κατάθεση ψυχής- του Δωρόθεου Β’ όταν του ανακοινώθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 2001 ότι εκλέχτηκε μητροπολίτης στην Ιερά Μητρόπολη Σύρου: «…Θα προσπαθήσω να αγγίξω αυτές τις ψυχές με την αγάπη μου, με την απλότητα, για να μπορέσω πράγματι να τις χειραγωγήσω στο δρόμο της αλήθειας… αυτήν την αποστολή αυτόν τον κόπο και τον μόχθο δεν θα πάψω από σήμερα, έως ότου ο θεός θελήσει να καταθέσω την επίγεια μαρτυρία μου επί της γης, να πράττω, για να διακονώ έτσι εν αληθεία και πίστη και αγάπη πολύ και συγγνώμη αυτόν τον ευσεβή λαόν του Θεού»































