Τον δικό τους “Γολγοθά” εξακολουθούν και βιώνουν οι γονείς και τα παιδιά με ειδικές αναπηρίες και κινητικά προβλήματα καθώς όλες οι υποστηριχτικές δομές του νησιού (Ειδικό Σχολείο, ΚΔΑΠ – ΜΕΑ, Σύλλογος “Δικαίωμα”) είναι κλειστές, βάσει των οδηγιών που έχουν ληφθεί εδώ και δυο μήνες για την μείωση εξάπλωσης της πανδημίας του κορωνοϊού, με αποτέλεσμα να μεγιστοποιούνται τα ήδη οξυμένα προβλήματα των συγκεκριμένων οικογενειών.
Παρακάτω ακολουθούν οι μαρτυρίες 4 μητέρων που τα παιδιά τους πήγαιναν στις παραπάνω δομές, ενώ παρέμβαση στον “Λ” κάνει και η διευθύντρια του Ειδικού Δημοτικού Μαρία Νευροκοπλή για το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί το ζήτημα και στο μέλλον.
Μ.Ρ.: “Μας λείπει το ΚΔΑΠ – ΜΕΑ”
“Το παιδί είναι κλειστό εδώ και δυο μήνες στο σπίτι και συνεχώς μας λέει ότι του λείπει το ΚΔΑΠ γιατί έστω και αυτό το λίγο που έβγαινε και πήγαινε ήταν καλό και γι αυτό και για εμάς. Της αρέσει να συναναστρέφεται με τα παιδιά και είναι κάτι διαφορετικό για εκείνη. Ανυπομονούμε να δούμε αν θα ανοίξει και πότε γιατί αυτή τη στιγμή το παιδί είναι σε ένα κρεβάτι. Φεύγει από το ένα και πάει στο άλλο. Παρά το γεγονός ότι την βάζουνε να κάνει κάποιες εργασίες, η αλήθεια είναι ότι δεν συμμετέχει και πολύ. Δυσκολεύεται που μένει μέσα και αυτό βέβαια δημιουργεί πρόβλημα και σε μένα καθώς δεν έχω την ευκαιρία ούτε τα απαραίτητα ψώνια να κάνω, φοβούμενη να την αφήσω μόνη στο σπίτι”.
Μ.Κ.: “Τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα”
“Είναι τραγική η κατάσταση που ζούμε και επιπλέον δεν ξέρουμε και τι πρόκειται να γίνει καθώς μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καμία ενημέρωση από το Υπουργείο για το τι μέλλει γενέσθαι με αυτά τα παιδιά που εδώ και δυο μήνες βρίσκονται πρακτικά αβοήθητα, μέσα σε 4 τοίχους, χωρίς τους καθοδηγητές δασκάλους τους ή το κατάλληλο επιστημονικό προσωπικό για την αντιμετώπιση του εκάστοτε προβλήματός τους. Έχουμε τεράστιο πρόβλημα. Το παιδί μου ζητάει συνέχεια να βγει έξω και να μιλήσει με τους φίλους του και να δει τους φροντιστές του. Όλο αυτό φέρνει τρομερή επιβάρυνση και στην υπόλοιπη οικογένεια καθώς επιφέρει χειρότερες καταστάσεις στο δικό μου παιδί που έχει ήδη ψυχιατρικό πρόβλημα. Πρέπει οπωσδήποτε κάτι να γίνει με αυτό. Ήδη τρέχουμε που τρέχουμε στους ψυχιάτρους, φοβάμαι ωστόσο μη χειροτερέψουν ακόμα περισσότερο τα πράγματα. Τα πράγματα, λοιπόν, δεν είναι καθόλου καλά, αλλά βέβαια προέχει και η Δημόσια Υγεία. Δεν ξέρω πώς ακριβώς μπορούν να συντονιστούν όλα αυτά τα ζητήματα, αλλά πιστεύω ότι έπρεπε να υπάρχει μια ειδική μέριμνα γι αυτά τα παιδιά καθώς ακόμη και το μέτρο της τηλε-εκπαίδευσης δεν είναι καθόλου λειτουργικό γι αυτά καθώς δεν κατανοούν πώς δουλεύει το σύστημα. Γι αυτά τα παιδιά χρειάζεται η άμεση επαφή και η κοινωνικοποίηση. Οπότε, πρακτικά η τηλε-εκπαίδευση δεν ωφελεί σε τίποτα αυτά τα παιδιά που εναγωνίως ρωτάνε πότε θα πάνε σχολείο ή στην Δομή, χωρίς να μπορούν να καταλάβουν γιατί ισχύει αυτή η κατάσταση. Αφήστε που συνέχεια αντιδράει και λέει ότι δεν θέλει να φορέσει τη μάσκα ή να φοράει γάντια και να αποφεύγει όσο μπορεί τις επαφές με τους φίλους της”.
Α.Λ.: “Όλα έχουν έρθει πάνω – κάτω”
Με ανοιχτό το Ειδικό Σχολείο, κάποιες ώρες “έφευγαν” τα παιδιά από τα χέρια μας και είχαν την φροντίδα των ειδικών και μπορούσαμε κι εμείς να έχουμε κάποιες ελεύθερες ώρες ειδικά τα πρωινά για να κάνουμε τις δουλειές μας, τα ψώνια μας ή την εργασία μας από το σπίτι. Γενικά είναι λίγο αντικρουόμενα τα συναισθήματα γιατί εμείς έχουμε παιδιά με βαριά ή ελαφριά νοητική στέρηση, παιδιά με αυτισμό κλπ που έχουν ξεφύγει από το καθημερινό τους πρόγραμμα και τις συνήθειές τους και αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί διαφοροποιείται η ρουτίνα τους. Το δικό μου παιδί έχει βαριά νοητική στέρηση, κινητικά προβλήματα και δεν μιλάει. Τις πρώτες μέρες λοιπόν της καραντίνας, στέκονταν στην πόρτα και ήθελε να βγει έξω και γι αυτό έβγαζε πολύ ένταση, ωστόσο τώρα έχει και πάλι συνηθίσει σε αυτή την καθημερινότητα της καραντίνας. Απ’ ότι βλέπω πάντως πιστεύω ότι δεν θα ξανανοίξει το Ειδικό Σχολείο γιατί δεν θα μπορούν να τηρήσουν όλα τα προστατευτικά μέτρα που μπορούν να τηρήσουν τα παιδιά των Γυμνασίων ή Λυκείων. Άρα, τα πάντα είναι πιο δύσκολα για εμάς γιατί έχουν έρθει τα πάνω κάτω”.
Τ.Β.: “Έχουν χάσει τη γη κάτω από τα πόδια τους”
“Σε περιπτώσεις που ένα παιδί δεν έχει κάποια κινητικά προβλήματα, τότε είναι πολύ δύσκολο να του εξηγήσεις ότι δεν μπορεί να βγει έξω. Και ειδικά σε αυτά τα παιδιά με αυτισμό που πρέπει να βγαίνουν έξω για να ηρεμούν. Σε πιο βαριές περιπτώσεις νοητικής στέρησης με κινητικά προβλήματα, βιώνουνε μια εικόνα του απολύτως τίποτα. Κάθονται μέσα στο σπίτι και δεν κάνουν τίποτα, με αποτέλεσμα κι εμείς να μην μπορούμε να κάνουμε τα απαραίτητα. Όλα αυτά που γίνονταν πριν, τα μαθήματα, τα παιχνίδια, η κοινωνικοποίηση με τα άλλα παιδιά, οι έξοδοι που κάνανε σε μαγαζιά, όλα αυτά έχουν εκλείψει από την ζωή τους και τους λείπουν φοβερά. Τα παιδιά αυτά αρέσκονται σε ένα δομημένο πρόγραμμα, ωστόσο τώρα έχουν χάσει τη γη κάτω από τα πόδια τους και δεν μπορούν να κατανοήσουν το γιατί.
Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν ακόμα μια φορά την ανάγκη για μονιμοποίηση αυτών των δομών, όπως το ΚΔΑΠ – ΜΕΑ, για τα οποία δεν γνωρίζουμε αν αύριο θα λειτουργούν.
Και σε ό,τι αφορά την επόμενη μέρα της λειτουργίας τους, η επαναφορά στην κανονικότητα θα πρέπει να λάβει υπόψη τα ιδιαίτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν αυτά τα παιδιά, καθώς π.χ. η διατήρηση των αποστάσεων μεταξύ τους, η τοποθέτηση κάποιας μάσκας σε παιδί με χρόνια αναπνευστικά προβλήματα ή γαντιών σε παιδιά με ασταθή κινητικά μέσα, ή ακόμη και ο επιμελής καθαρισμός των χεριών τους, είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθούν καθώς τα παιδιά αυτά δεν γνωρίζουν πώς να διαχειριστούν αυτές τις νέες συνθήκες που τους επιβάλλονται”.
































