Το τελευταίο διάστημα, το αστυνομικό δελτίο έχει καταγράψει συλλήψεις ανηλίκων για γκράφιτι –και κηδεμόνων τους για παραμέληση εποπτείας των παιδιών τους. Συγκεκριμένα τρεις ανήλικοι συνελήφθησαν στις 20 Νοεμβρίου, ένας εκ των οποίων εμφανίζεται ως υπότροπος γκραφιτάς, ένας ανήλικος συνελήφθη, στις 18 Οκτωβρίου, για γκράφιτι σε κάδο απορριμάτων και ένας στις 4 Σεπτεμβρίου, στον οποίο μάλιστα καταλογίζονται 50 γκράφιτι και του κατασχέθηκαν 11 σπρέι. Για όλες τις υποθέσεις, από το Τμήμα Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Σύρου – Ερμούπολης, σχηματίστηκαν δικογραφίες και έχουν παραπεμφθεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Σύρου.
Από σχετική ανακοίνωση του αντιδημάρχου Τουρισμού μαθαίνουμε πως «η εξέλιξη αυτή είναι αποτέλεσμα της στενής συνεργασίας και της πίεσης που άσκησε ο Δήμος προς τις αστυνομικές αρχές τον τελευταίο χρόνο, προκειμένου να εντοπιστούν και να λογοδοτήσουν οι υπεύθυνοι για τις πράξεις τους». Ο ίδιος προσθέτει πως τα περιστατικά αυτά αναδεικνύουν «την ανάγκη για ενίσχυση της οικογενειακής και κοινωνικής μέριμνας, καθώς και για δράσεις πρόληψης και ευαισθητοποίησης των νέων μας απέναντι στη δημόσια περιουσία και τον σεβασμό του κοινωνικού χώρου». Παράλληλα δηλώνει πως «ο Δήμος μας παραμένει αμείλικτος απέναντι σε κάθε μορφή παρανομίας και βανδαλισμού, ιδιαίτερα όταν αυτή στρέφεται κατά της περιουσίας και της εικόνας της πόλης μας (…) Η Σύρος πρέπει και θα παραμείνει ένα νησί ασφαλές, ήρεμο και πολιτισμένο, όπως πάντοτε υπήρξε. Εύχομαι να είναι το τελευταίο περιστατικό που αντιμετωπίζουμε».
Η είσοδος ανήλικων παιδιών στο ποινικοκατασταλτικό σύστημα, που είναι αποτέλεσμα της σύμπραξης του Δήμου και της Αστυνομίας, δύο ύψιστων πολιτειακών παραγόντων με τη συνδρομή των δικαστικών αρχών, αλήθεια τι στόχο έχει; Η Σύρος κινδυνεύει από τα γκράφιτι ή από τα παιδιά που τα κάνουν; Και τι αποτελέσματα θα φέρει στη ζωή των παιδιών μια δικαστική εκκρεμότητα; Τι μηνύματα στέλνουν οι συγκεκριμένοι φορείς στην τοπική κοινωνία;
Το γκράφιτι είναι ένα οπτικό είδος επικοινωνίας, μια δημιουργική αποτύπωση ενός μηνύματος (φιλικού, πολιτικού, θρησκευτικού, κοινωνικού, αθλητικού, πολιτιστικού, κ.λπ.). Είναι ταυτόχρονα και μια σύγχρονη μορφή τέχνης. Έχει συνδεθεί με τις νεανικές (υπο)κουλτούρες και αποτελεί ένα παγκόσμιο κοινωνικό φαινόμενο, μια νέα αστική κουλτούρα. Το γκράφιτι, από τη δεκαετία του 1970, εγκληματοποιήθηκε στις ΗΠΑ και συγκεκριμένα στο Δημοτικό Συμβούλιο του Σάνφορντ (1972), οπότε και προκηρύχθηκε ο «πόλεμος κατά του γκράφιτι». Ειρήσθω εν παρόδω, ο ίδιος τίτλος αποδόθηκε σε τοπικά μέσα τον περασμένο Σεπτέμβριο, σε πρωτοβουλία πολιτών, η οποία ανέλαβε εθελοντικά να σβήσει γκράφιτι από τοίχους κτιρίων στην Ερμούπολη. Το δόγμα “war on graffiti”, λοιπόν, όπως και το δόγμα μηδενικής ανοχής (στο οποίο παραπέμπει η φράση «ο Δήμος μας παραμένει αμείλικτος»), μέσα από τους ηθικούς πανικούς, στράφηκε κατά της νεολαίας και άνοιξε τις πόρτες του ποινικοκατασταλτικού συστήματος στους ανήλικους, που εκφράζονταν καλλιτεχνικά στους δρόμους της πόλης τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μεγαλώσουν τα παιδιά αυτά μέσα στο σύστημα, μέσα από κατασταλτικά μέτρα πρόληψης και αντιμετώπισης της “εγκληματικής δραστηριότητας” (δημιουργία ομάδων ταχείας επέμβασης, χρήση καμερών, περιπολίες, τηλεφωνική γραμμή αναφορών, ηλεκτροφωτισμός, κ.λπ.) και οι περιστρεφόμενες πόρτες του συστήματος να τα εγκλωβίσουν σε σωφρονιστικά καταστήματα και ιδρύματα. Πάνω σε αυτό το δόγμα, φυσικά η πολιτική ελίτ κατάφερνε να κερδίζει εκλογές και αίγλη, στρέφοντας το βλέμμα στις υποκουλτούρες και τις “σπασμένες βιτρίνες”, στην “εγκληματική δραστηριότητα” και αποστρέφοντάς το από τις ελλείπείς υποδομές ή/και δομές, τη δύσκολη καθημερινότητα των πολιτών. Το μήνυμα είναι σαφές: οι γκραφιτάδες “μολύνουν” την πόλη, είναι πηγή παρέκκλισης, έχουν αντικοινωνική συμπεριφορά και πρέπει να απομονωθούν, για να δημιουργηθεί μια πόλη “καθαρή”.
Στον αντίποδα του δόγματος αυτού, η άποψη ότι το γκράφιτι αποτελεί μια μορφή αστικής εικαστικής τέχνης, που μπορεί να αναμορφώσει την εικόνα της πόλης. Δήμοι αναγνωρίζουν το γκράφιτι ως δημόσια τέχνη, παραχωρούν “νόμιμους τοίχους” (legal walls) για να εκφράζονται καλλιτεχνικά οι νέοι, προστατεύουν και συντηρούν τα γκράφιτι ως μέρος της αισθητικής της πόλης, τα αναδεικνύουν πολιτιστικά στο πλαίσιο ενός εναλλακτικού τουριστικού πόλου έλξης. Το αυτό έκανε ο Δήμος (και η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου) με τη στήριξή του στο Stray Art Festival, ένα φεστιβάλ “οικειοποίησης και ενσωμάτωσης της κουλτούρας του Δρόμου”, έναν “θεσμό πολιτισμού και εναλλακτικού τουρισμού στην επαρχία”, τα έργα του οποίου κοσμούν τοίχους της Ερμούπολης και όχι μόνο.
Ποιο είναι το δόγμα που θα ακολουθεί ο Δήμος; Διότι φαίνεται να πατά και στις δύο βάρκες, ανάλογα με το που φυσά ο άνεμος. Αυτό που η εμπειρία ορίζει είναι ότι η πόλη –και οι πολίτες– σώζεται με την αποδοχή, ο Δήμος σώζεται με την εγκληματοποίηση. Εύχομαι το ίδιο με τον αντιδήμαρχο Τουρισμού: «να είναι το τελευταίο περιστατικό που αντιμετωπίζουμε» και προσθέτω… με αυτόν τον τρόπο. Ο Δήμος και η Αστυνομία να αγκαλιάσουν τα παιδιά για αυτό που είναι (πέρα από τη σύλληψη έχει εργαλεία η αστυνομία να αντιμετωπίσει τέτοια περιστατικά, όπως οι συστάσεις, η αποκατάσταση, η παρέμβαση, ο διάλογος μέσα από τα σχολεία). Και κάτι τελευταίο. Αλήθεια, τα παιδιά που δεν παίζουν πια με κούνιες και τσουλήθρες, λόγω ηλικίας, σε ποιους ελεύθερους, δημόσιους χώρους μπορούν να κινηθούν; Να θυμίσω ότι το 2012 είχαν απαγορευθεί με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου οι αθλοπαιδιές (μπάλα, ποδήλατο, πατίνια, κλπ) στην πλατεία, για παιδιά άνω των 5 ετών; Πόσους χώρους αθλητισμού, πολιτισμού, διασκέδασης και απασχόλησης έχει ο Δήμος για αυτά τα παιδιά; Που θα μπορούσαν μάλιστα να κοσμούν τους τοίχους με τα γκράφιτί τους. Προς το παρόν, κάποια παιδιά -συμπολίτες μας- έχουν δικαστικές εκκρεμότητες. Θα πρότεινα ο Δήμος να πήγαινε όχι ως κατήγορος, αλλά ως μάρτυρας υπεράσπισής τους. Και να επέλεγε να τα αποδεχτεί για αυτό που είναι, παιδιά που εκφράζονται με την τέχνη τους.
Ιωάννα Δρόσου, δρ. Εγκληματολογίας, δημοσιογράφος
































