Χρόνια του πενήντα… Φτώχεια, αγώνας καθημερινός…, με χαμόγελο και αξιοπρέπεια! Για εκείνους που το παιδικό μου μυαλό, συγκράτησε επώνυμα, θα αφιερώσω κάποιες γραμμές…

Στους άλλους που θυμάμαι μόνο τη μορφή τους, θα στείλω την αγάπη μου και τους νοσταλγικούς μου χαιρετισμούς, ζητώντας κατανόηση και συγγνώμη.

Για τους αδελφικούς μου φίλους Νίκο Θεοδώρου και Γιάννη Μηλιό (τζέντλεμαν) από τις οικογένειές τους, θα αναφερθώ σε άλλο λογοτεχνικό σημείωμα.

Για την κυρία Ανεζούλα, που κατοικούσε σ’ ένα δωμάτιο, ανάμεσα στο σπίτι της γιαγιάς μου και στο σπίτι της οικογένειας Παπαδάκη, και ήταν εννενήντα χρόνων όταν εγώ ήμουν οκτώ, θα πω μονάχα ότι κράτησα την ευχή της και πορεύθηκα στη ζωή μου μ’ αυτήν.

Την ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου…

Στης γιαγιάς τη γειτονιά, λίγο κάτω απ’ του Νικήτα

έμενε μια φαμίλια, με επώνυμο το Ζήτα

την εγνώρισα καλά μεσ’ στα χρόνια του πενήντα

κι αποφάσισα να γράψω, τώρα… π’ έγινα εβδομήντα…

 

Ήταν ο κυρ Αποστόλης κι η κυρία Ασπασία

μεσ’ στο μόχθο όλη μέρα και ποτέ στην αφασία

εμεγάλωσαν λεβέντες, τέσσερα καλά αγόρια (*),

και την Άννα, μία κόρη έξυπνη, καλή, πανώρια…

 

Λίγα μέτρα παραπέρα, έμενε ο κυρ Ανδρέας

κι η γυναίκα του η Μαρία, δύο καλοσυνάτοι τύποι

και στις ζέστες και στα κρύα που τα καλοκαιρινά τα βράδυα,

μας ελέγαν παραμύθια, λίγο αλλιώτικα από κείνα… με κουκιά και με ρεβύθια…!

 

Ζούσαν μέσα στην αγάπη

και μεγάλωσαν το γιό τους

που τον είχαν βγάλει Γιάννη

και τον είχανε θεό τους…

 

Στην απέναντι γωνία, κάθονταν οι Μαϊναίοι,

όλοι τους εργατικοί και καλοί νοικοκυραίοι.

Στην καρδιά μου έχει μείνει ο αγαπητός Μανώλης

φίλος τότε, φίλος τώρα, φίλος της ζωής μου όλης!

 

Ήταν κι οι Χαζαντωναίοι, έχουν φύγει σχεδόν όλοι…

κι έχει μείνει η Αννούλα, το προτελευταίο βόλι,

οικογένεια χρυσάφι, με δεσμό σαν αλυσίδα

δυνατή σαν το ατσάλι και με φως σαν ηλιαχτίδα….!

 

Δίπλα στη κυρά Ανεζούλα… η φαμίλια Παπαδάκη

δύο κόρες χωρίς μάνα, κι ο πατέρας με μεράκι….

να τις δει να προχωρούνε στης ζωής τα μονοπάτια

κι όταν σβήνει το λυχνάρι, να του κλείσουνε τα μάτια…

 

Ιφιγένεια! Θεοδώρα! Φίλες μας αγαπημένες….!

Κι ο κυρ Θόδωρος, ο πατέρας που τις είχε λατρεμένες…

Η Θοδώρα έχει φύγει, στο πλακόστρωτο… ορφάνια…

και οι μνήμες λιγοστεύουν… ώσπου έρχεσαι αφάνεια…!

 

Ήταν κι άλλοι! Πιο μικροί και πιο μεγάλοι

Καλαφάτηδες, Κορρέδες, Αρβανίτες, Αρκοκλήδες,

Δάβιοι και Πολιτάκια… και ακόμη οι Φακήδες…

Κάποιοι που δεν αναφέρω, εύχομαι να συγχωρέσουν

που δεν έχω πολύ χώρο, στο χαρτί για να χωρέσουν!

 

Έγραψα λίγες αράδες, για οικογένειες που ξέρω και τις έχω αγαπήσει.

Μένει άλλη μια φαμίλια το σημείωμα να κλείσει.

Λεπτομέρειες δεν ξέρω, μόνο πρόσωπα θυμάμαι…

και για τα «χαμένα» χρόνια – που το σκέπτομαι – λυπάμαι…!

 

Ο κυρ Γιώργης απ’ τη Σμύρνη! Με τα σίδερα τεχνίτης

δίπλα του η κυρά Χρυσούλα, που βυζαίνει το παιδί της.

Και μετά, τα άλλα τρία, τόνα πίσω από το άλλο!

Με το βλέμμα φωτισμένο! Σαν μια μάνα, διακρίνει το καλό και το μεγάλο…

 

Στης γιαγιάς τη γειτονιά, λίγο κάτω απ’ του Νικήτα

είχα έναν αδελφό της οικογενείας Βήτα

μεγαλώσαμε μαζί, πήγαμε μαζί σχολείο

και ο ένας για τον άλλον ήταν ανοιχτό βιβλίο….!

 

Επροχθές που ήταν Πέμπτη(**) και γιορτάζαμε κι οι δύο

πήρα δια τηλεφώνου δώρο σπάνιο και θείο.

Τις ευχές του παλιού φίλου, τη συγκίνηση αμφοτέρων

σφιχταγκάλιασμα με λέξεις, χαιρετίσματα… ετέρων!

 

Ο Δημήτρης γράφει στίχους, ποιητής με την καρδιά του

πνεύμα σφυρηλατημένο με την άοκνη δουλειά του

πότε-πότε τον ζηλεύω, δεν επιζητεί επαίνους

είν’ υπέρμαχος ειρήνης και εχθρός οργής και μένους!

 

Δύο λέξεις λέω ακόμα: «Όταν όλα τελειώσουν

και μπαρκάρουμε κι οι δύο, θα ζητήσω απ’ το Θεό μας

ένα πλοίο με ιστίο, ‘κείνος θάναι τιμονιέρης

και θα απαγγέλει στίχους… κι  ο Ορφέας

με τη λύρα, μουσικής θα φτιάχνει στίχους!

 

(*) Κυριάκος, Λευτέρης, Μιχάλης, Κωστής (Ζήμερας)

(**) 26 Οκτωβρίου

 

Δ. Νικολιάς