Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στα Πάταρα της Λυκίας, από γονείς ευσεβείς και πλουσίους και έτυχε επιμελημένης μόρφωσης. Δραστηριοποιήθηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. στα Μύρα της Λυκίας. Ο Αγ. Νικόλαος έλαβε μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο που έγινε το 325 μ.χ. στην Νίκαια της Βιθυνίας και καταπολέμησε τις διδασκαλίες του Αρείου. Λέγεται ότι κατά τη Σύνοδο χαστούκισε τον Άρειο και ο Μέγας Κωνσταντίνος τον φυλάκισε. Όταν επέστρεψε από τη Σύνοδο, συνέχισε το ποιμαντικό του έργο μέχρι τα βαθιά γεράματα.
Ο Άγιος Νικόλαος αποδήμησε ειρηνικά στις 6 Δεκεμβρίου του έτους 343. Μετά τον θάνατο του ονομάστηκε «μυροβλύτης», καθώς σύμφωνα με την παράδοση της χριστιανικής θρησκείας, τα λείψανά του άρχισαν να αναβλύζουν άγιο μύρο, όπως και άλλων αγίων. Τα λείψανά του διατηρήθηκαν στα Μύρα της Λυκίας έως και τον ενδέκατο αιώνα, όπου το 1087 κάποιοι ναύτες τα αφαίρεσαν και τα μετέφεραν στην Ιταλία, στην πόλη Μπάρι, όπου τοποθετήθηκαν στο Ναό του Αγίου Στεφάνου. Η μνήμη του γιορτάζεται στις 6 Δεκεμβρίου τόσο από την Ορθόδοξη, όσο και από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Η θεμελίωση του Ιερού Ναού
Στη συνείδηση των Ερμουπολιτών, ο Άγιος Νικόλαος κατέχει ξεχωριστή θέση. Είναι ο κύριος προστάτης, ο Πολιούχος της πόλης. Ο 19ος αιώνας, αλλά κυρίως η περίοδος από το 1824 μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, υπήρξε εποχής εθνικής αναδημιουργίας και πίστεως στις ιδέες που θεμελίωσαν την ελεύθερη ύπαρξή μας.
Από το 1841 ο Δήμος Ερμουπόλεως είχε αποφασίσει την ανέγερση μιας νέας εκκλησίας. Το 1847, ο Λ. Ζαβός κατασκεύασε μια ξύλινη μακέτα του ναού. Το τελικό σχέδιο του Γ. Μεταξά χαλκογραφήθηκε και κυκλοφόρησε για να προσελκύσει ευεργέτες. Πολλοί αρχιτέκτονες πήραν μέρος στην ολοκλήρωσή του, με κυριότερους τους: Α. Ζηνόπουλο, Ι. Βλυσίδη, Δ. Ελευθεριάδης και τον Γάλλο J. Vaugarni.
Στην περίοδο αυτή επιχειρήθηκε παράλληλα με την πολιτική και οικονομική αναδιοργάνωση της Σύρου και η «στερέωση» της Ορθοδοξίας.
Για τα οικοδομικά του σχέδια ενδιαφέρθηκε προσωπικά ο Βασιλιάς Όθων. Αφού ο ίδιος τα υπέγραψε, τα επικύρωσε με Βασιλικό Διάταγμα του 1851, στο οποίο αναφέρεται επί λέξει: «Πάσα μεταρρύθμισις εις τα σχέδια ταύτα, η οποία ήθελε τυχόν φανή αναγκαία να επενεχθή εις αυτά προς ελάττωσιν της δαπάνης ή προς εκπλήρωσιν άλλου τινός σκοπού θέλει υποβάλλεσθαι εις την Ημετέραν έγκρισιν»!
Ο βασιλεύς Όθων, μετά τη δεύτερη επίσκεψη του στη Σύρο, που έγινε στις 30 Ιανουαρίου 1836, θέλοντας να βοηθήσει την οργάνωση και σωστή διαμόρφωση της πόλεως, διέταξε τον Βαυαρό υπολοχαγό του Μηχανικού Wilhelm Van Weiler να μεταβεί στη Σύρο και να συντάξει το σχέδιο της Ερμουπόλεως. Το βασιλικό αρχικό σχέδιο εγκρίθηκε με το Β. Διάταγμα της 18/30-8-1837.
Τον Απρίλιο του 1837, η πρώτη μετά τη Δημογεροντία Δημοτική Αρχή, με Δήμαρχο Ερμουπόλεως τον Νικόλαο Πρασακάκη, υπέδειξε στον αρχιτέκτονα Weiler να προβλέψει στο σχέδιο πόλεως μεγάλο οικόπεδο στην ωραία θέση «Τερψιθέα» της συνοικίας «Εγριπιώτικα», το οποίο θα χρησιμοποιείτο για την οικοδόμηση κεντρικού ναού. Στο οικόπεδο αυτό υπάρχει σήμερα ο Μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Νικολάου. Η συνοικία «Εγριπιώτικα» πήρε την ονομασία αυτή γιατί εκεί είχαν εγκατασταθεί οι καταγόμενοι από την Έγριπο, δηλ. οι Ευβοείς.
Πέρασαν αρκετά χρόνια. Χρήματα υπήρχαν από συνδρομές των πιστών, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την επισκευή του Ιερού Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Το Δημοτικό Συμβούλιο, το 1841, με απόφαση του απολύει τον Δημοτικό αρχιτέκτονα Βαυαρό Weiler και προσλαμβάνει τον μηχανικό Εμμ. Ψύχα.
Στις 10 Σεπτεμβρίου 1841 διατυπώθηκε πρόταση του Δημάρχου ότι είναι ανάγκη αλλά και κατάλληλη χρονική στιγμή, για να προσδιορισθεί το όνομα του Ναού που θα εγερθεί στη θέση «Τερψιθέα», με σκοπό να καταχωρηθεί στο βιβλίο των συνδρομών, το οποίο θα δοθεί στην Επιτροπή. Ακολούθως, ενεκρίθη κατά πλειοψηφία ο ναός να ονομασθεί «Άγιος Νικόλας». Αυτή ήταν η πρώτη επίσημη ανακοίνωση του ονόματος του ναού.
Η εικόνα του Αγίου Νικολάου ιστορήθηκε και επαργυρώθηκε στη Μόσχα το 1852, «δαπάνη της Ορθοδόξου δούλης του Θεού Σοφίας θυγατρός Μπερναρδάκη, εκ πόλεως Ταγανρόγ», όπως αναφέρει η αφιερωματική επιγραφή στο υποπόδιο του Αγίου.
Ο μεγαλοπρεπής ναός θεμελιώθηκε από τον Μητροπολίτη Κυκλάδων Δανιήλ Κοντούδη στις 28 Φεβρουαρίου 1848, σε σχέδια του Γ. Μεταξά και εγκαινιάστηκε επισήμως στις 14 Σεπτεμβρίου 1870 από τον Αρχιεπίσκοπο Σύρου Αλέξανδρο Λυκούργο, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί ο εσωτερικός διάκοσμος.
Μεγάλοι δωρητές και ευεργέτες υπήρξαν η Βασίλισσα Όλγα (προσέφερε 3.000 λίρες για την αποπεράτωση των καμπαναριών και τέσσερις φανούς της βασιλικής άμαξας, που μέχρι σήμερα περικοσμούν το εσωτερικό του ναού), ο τσάρος Νικόλαος, ο βαρόνος Σίνας, η οικογένεια Σταματίου Πρωίου, ο Δημ. Βαφιαδάκης, οι πλοιοκτήτες Νικόλαος και Μηνάς Ρεθύμνης και άλλοι.
Τον Απρίλιο του 1850 πραγματοποιήθηκε η πρώτη λειτουργία και έγινε και έρανος για να συνεχιστεί η κατασκευή του, την περίοδο που Δήμαρχος ήταν ο Νικ. Γιαγτζής. Η επίσημη έγκριση του σχεδίου έγινε 28-10-1851. Το 1854, ωστόσο, σταμάτησαν οι εργασίες και οι εισφορές λόγω διάδοσης της χολέρας.
Ο π. Γρηγόριος Μαραγκός υπηρέτησε με αφοσίωση και αυταπάρνηση το ναό του Αγ. Νικολάου για 62 χρόνια. Μαζί με τον π. Τιμόθεο Δραγάση, που υπηρέτησε για 56 χρόνια στον Ιερό Ναό, αποτέλεσαν την δυάδα των ιερέων που είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη του ναού. Οι δύο ιερείς, με το παράδειγμά τους, μορφώνουν τον κλήρο, διδάσκουν το λαό, ελκύουν τους πιστούς στην εκκλησία και συγκρατούν τους Ορθόδοξους στο δρόμο του Θεού..
Παντού ο Άγιος Νικόλαος, ο θαλασσινός άγιος, αποτελεί ευλαβικό προσκύνημα όχι μόνο του λαού μας, αλλά και ολόκληρου του κόσμου.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης Σταυροφορίας, μεταφέρθηκε το λείψανό του από τον Ναό που βρίσκεται στη Λυκία, στην πόλη Μπάρι της Ιταλίας.
Απότμημα των οστών υπάρχει στον εδώ Ιερό Ναό που δώρισε ο καρδινάλιος του Μπάρι.
Πηγές: Αριστείδης Μιλτ. Λουϊζίδης, Μ. Καραγάτσης, «Η Μεγάλη Χίμαιρα», Δ.Βικέλας, «Η ζωή μου», Δημήτρης Χάλαρης: προσωπικές έρευνες και μελέτες.

































