Παρακμή και απαξίωση. Μοναχά αυτές οι λέξεις μπορούν να αποδώσουν με σαφήνεια την εικόνα του κεντρικότερου σημείου της Ερμούπολης σήμερα, της πλατείας Μιαούλη. Ο πάλαι ποτέ χώρος συνάντησης της συριανής κοινωνίας, το «νυφοπάζαρο» όπως το αποκαλούσαν κάποτε, σήμερα είναι έρημος, σκοτεινός και απαξιωμένος από κόσμο και δήμο. Κυριολεκτικά σφίγγεται η καρδιά σου όταν μετά τις έξι το βράδυ δρασκελίζεις τις έρημες πλάκες του. Μοναδικοί θαμώνες, κάποια παιδιά που παίζουν μπάλα ή κάνουν ποδήλατο, δίνουν περισσότερο την αίσθηση μιας μεγάλης παιδικής χαράς παρά μιας ιστορικής πλατείας που βίωσε την αίγλη σε παλαιότερους χρόνους.

Τα αίτια που οδήγησαν σ’ αυτό το σημείο πολλά και διαχρονικά. Το κυριότερο, ωστόσο, είναι ή έλλειψη βούλησης εκ μέρους των Αρχών να διαφυλάξουν τον χαρακτήρα του χώρου αυτού με καίριες παρεμβάσεις και αποφάσεις αναπτυξιακές, που θα τον προφύλασσαν από ενέργειες αλλοίωσης της φυσιογνωμίας του.

Εν ολίγοις, φτάσαμε σήμερα στο σημείο να ισχύει αυτό που έλεγε παλιότερα ο λαός μας: «Κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα», καθώς η πλατεία σήμερα αξιοποιείται για κάθε είδους δράση πέραν αυτής για την οποία κατασκευάστηκε από τους προγόνους μας.

Παιδικές και αθλητικές δραστηριότητες, παζάρια, και ό,τι άλλο βάζει ο νους του ανθρώπου λαμβάνουν πλέον χώρα σε αυτή, δημιουργώντας όχληση η οποία σταδιακά απομάκρυνε τους παραδοσιακούς θαμώνες της, οι οποίοι κατά κύριο λόγο ήταν άνθρωποι μεγαλύτερου ηλικιακού φάσματος.

Πάμπολλες φορές γίναμε αυτόπτες μάρτυρες περιστατικών όπου μπάλες ποδοσφαίρου έπεσαν σε τραπέζια παρακείμενων καφετεριών και παραλίγο να τραυματίσουν τους καθήμενους, αλλά και περιπατητών που παρά λίγο να πέσουν θύματα μεγάλων ποδηλάτων ή πατινιών, που διατρέχουν ανεξέλεγκτα όλο το μήκος  της πλατείας. Τα ανωτέρω, σε συνδυασμό  με την ανυπαρξία ουσιαστικής παρέμβασης, και την σοβούσα κρίση, οδήγησαν στο σημερινό αποτέλεσμα. Μια πλατεία που αργοπεθαίνει.

Ελλιπής φωτισμός και καθαριότητα

«Ο φωτισμός δεν είναι ικανοποιητικός στην πλατεία», δηλώνει στο «Λ» ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Σύρου Βαγγέλης Αλεξανδρίδης και συνεχίζει: «Όμως κι εδώ, στην Αγορά, είναι σκοτεινά. Το απόγευμα, η αγορά είναι πάρα πολύ υποβαθμισμένη. Πολλά μαγαζιά στην πάνω πλευρά της (από Στ. Πρωίου έως τον θερινό κινηματογράφο) δεν ανοίγουν. Μοναχά δύο τρία λειτουργούν και ανάβουν τους προβολείς τους. Αν και αυτά δεν ανοίξουν, είναι θεοσκότεινη η περιοχή. Υπάρχουν βέβαια κάποια φανάρια, όμως σε αρκετά οι λάμπες έχουν καεί και πρέπει να αντικατασταθούν. Γενικότερα χρειάζεται αναμφισβήτητα μια τόνωση στο φωτισμό. Ο κυριότερος, όμως, λόγος της ερήμωσης είναι το ότι κλείνουν πολλά μαγαζιά».

Κάνει σαφές ότι ο καλλωπισμός και το πράσινο είναι δράσεις προς τη σωστή κατεύθυνση, εκφράζοντας ωστόσο την αμφιβολία του κατά πόσο μοναχά αυτά είναι αρκετά ώστε ο κόσμος να πειστεί να κατέβει στη πλατεία: «Το μεγαλύτερο ποσοστό κόσμου δεν κατεβαίνει, λόγω οικονομικού προβλήματος», λέει χαρακτηριστικά, προτείνοντας για την αναζωογόνησή της τη διενέργεια περισσότερων εκδηλώσεων τον Χειμώνα, καθώς και η Φιλαρμονική του Δήμου να παίζει κάποια Σάββατα και γιορτές στην εξέδρα: «Είναι αναγκαίες κάποιες παρεμβάσεις ώστε να κατέβει ο κόσμος και να κάνει έστω έναν περίπατο. Ακόμη Χειμώνα δεν έχουμε δει, και παρόλα αυτά βλέπουμε ότι η πόλη το απόγευμα είναι νεκροταφείο».

Ενστάσεις έχει τέλος και ως προς την καθαριότητα, σημειώνοντας ότι, με εξαίρεση κάποια πολύ κεντρικά σημεία, η εικόνα στα περισσότερα πέριξ της πλατείας στενά «είναι άθλια».

Στον ελλιπή φωτισμό επικεντρώνεται επιχειρηματίας που θέλει να διατηρήσει την ανωνυμία του: «Μετά τις πέντε, τις μέρες  που τα μαγαζιά είναι κλειστά, αλλά και άλλες που κάποια δεν ανοίγουν, είναι σκοτεινά και δεν περνάει ο κόσμος. Κάτι πρέπει να γίνει γι’ αυτό. Δεν ξέρω τι θα κάνουν, όμως πρέπει να υπάρξει περισσότερο φως».

«Καλύτερα να γίνει παιδική χαρά»

Στην κρίση αποδίδει το γεγονός επιχειρηματίας δραστηριοποιούμενος στο κλάδο των ταξί, σημειώνοντας ότι ο κόσμος αφενός δεν έχει χρήματα για να κυκλοφορήσει και αφετέρου έχουν κλείσει πολλά μαγαζιά της πλατείας, αναφέροντας ενδεικτικά το «Πάνθεον», που επί σειρά ετών παραμένει αναξιοποίητο.

«Χάλια»! Αυτή τη λέξη επέλεξε ο επιχειρηματίας Δημήτρης Δακρότσης για να περιγράψει την υφιστάμενη κατάσταση στην πλατεία Μιαούλη, σημειώνοντας ότι πρωτίστως οι καταστηματάρχες που δραστηριοποιούνται σε αυτήν θα πρέπει να ασκήσουν πιέσεις να αντιστραφεί το κλίμα: «Στο Νεκροταφείο έχει πιο πολύ κόσμο», λέει χαρακτηριστικά και προσθέτει: «Πολλά πρέπει να γίνουν και δυστυχώς δεν έχει γίνει τίποτα εδώ και χρόνια. Την θυμάμαι την πλατεία, πριν 40 χρόνια, που ήταν γεμάτη.. και τα μαγαζιά γεμάτα κόσμο. Τώρα τι έχει»;

Και η δική του άποψη είναι ότι ο υφιστάμενος φωτισμός είναι ελλιπής, ωστόσο εκτίμησή του είναι ότι επιβάλλονται ριζικές παρεμβάσεις  γενικότερου εξωραϊσμού της πλατείας προκειμένου αυτή να επανακτήσει την χαμένη της αίγλη: «Όλα είναι παρατημένα στην τύχη τους. Κι εγώ που είμαι εδώ, πιο πολύ έχω ενοχλήσει τον αντιδήμαρχο, τον οποίο ευχαριστώ που ανταποκρίνεται. Όμως έχουν πελαγώσει… δεν ξέρω τι γίνεται και τι πρόγραμμα υπήρχε. Για την πλατεία, όμως, δεν υπήρχε τίποτα, κι αν δεν ενδιαφερθούμε τα καταστήματα αυτή έχει σβήσει. Πιο καλά να την κάνουνε ολόκληρη  νηπιαγωγείο και παιδική χαρά και να παίζουν τα παιδάκια, παρά το χάλι που επικρατεί σήμερα. Γιατί δεν βάζουν και παιχνίδια», τόνισε.

«Να καλλωπιστεί η πλατεία»

Στο ίδιο μήκος κύματος και η τοποθέτηση του οδηγού ταξί Βεντούρη Πρίντεζη: «Η πλατεία έχει καταντήσει να είναι παιδότοπος. Πιστεύω ότι έχει χάσει το χρώμα της». Αναφερόμενος δε στον φωτισμό για τον οποίο υπάρχουν πολλές ενστάσεις, ο ίδιος αν και τον χαρακτήρισε «ανεκτό», σημείωσε ότι θα μπορούσε να έχει εμπλουτιστεί, καθώς με τον υπάρχοντα δεν αναδεικνύεται η κοσμοπολιτική φυσιογνωμία της Ερμούπολης.

Όσον αφορά τη γενικότερη εικόνα της πλατείας, ο ίδιος εκτιμά ότι τα ξερά παρτέρια και παρκάκια της κάλλιστα θα μπορούσαν να έχουν φυτευτεί, υποδεικνύοντας μάλιστα τρόπους με μηδενικό για το Δήμο κόστος: «Τα ανθοπωλεία του νησιού μας και υπό μορφή μικρής διαφήμισης θα μπορούσαν να αναδείξουν το καλύτερο κομμάτι της πλατείας». Η τοποθέτηση καγκέλων στους χώρους αυτούς εκτιμά ότι δεν θα αποδώσει καθώς και κατά το παρελθόν που υπήρχαν αυτά είχαν καταπατηθεί από ασυνείδητους δημότες: «Χρειάζεται μια ουσιαστική παρέμβαση, ένας καλλωπισμός, και πιστεύω ότι όταν κάτι είναι περιποιημένο το σέβονται ακόμη και τα παιδιά, οι ξένοι… όλοι».

Συνοψίζοντας. Προκειμένου η πλατεία να επανακάμψει, απαιτούνται καίριες παρεμβάσεις και προπάντων η πολιτική βούληση προς της κατεύθυνση αυτή. Ο φωτισμός χρειάζεται ενίσχυση και κυρίως ομοιομορφία.

Η εικόνα, οι μισές λάμπες να έχουν κίτρινο φως και οι άλλες μισές λευκό, το μόνο που κάνει είναι να ενισχύει την παγιωμένη άποψη των δημοτών περί αδιαφορίας των ιθυνόντων, όπως επίσης και η επί μεγάλο διάστημα καμένη λάμπα στη  αριστερή πλευρά στα σκαλάκια της δημαρχίας και η σπασμένη βάση του φωτιστικού στύλου στη δεξιά πλευρά.

Τα φωτιστικά, σε όλο το μήκος της πρόσοψης του Δημαρχείου (καφετερίες – παιδική βιβλιοθήκη), είναι επικίνδυνα και σε άθλιο χάλι. Τα παρτέρια και τα παρκάκια ξερά, και ενίοτε μετατρέπονται σε χώρους αφόδευσης ζώων συντροφιάς. 

Θάμνοι ανομοιόμορφα και ετεροχρονισμένα κουρεμένοι, σπασμένος στύλος απαγόρευσης εισόδου σε στενό επί μήνες παρατημένος στο σημείο, υποχώρηση του οδοστρώματος στο δρόμο που οδηγεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο και η οποία δεν αντιμετωπίζεται εδώ και μεγάλο διάστημα, πρόβλημα ολισθηρότητας στα μαρμάρινα σκαλάκια της πλατείας επί της οδού Ελ. Βενιζέλου, παρεμβάσεις όπως η τοποθέτηση πράσινων παλετών υπό μορφή φράκτη πλησίον του Ιστορικού Αρχείου (σε νεοκλασική πλατεία) που δεν απομακρύνονται ακόμη και μετά το κλείσιμο του καταστήματος, και φυσικά η καθαριότητα η οποία είναι υποτυπώδης, είναι μερικές από τις ανομοιομορφίες που εμφανίζει σήμερα η πλατεία Μιαούλη.

Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι, αν δεν γίνουν άμεσα οι αναγκαίες κινήσεις, τα ελάχιστα εναπομείναντα μαγαζιά θα μετακινηθούν σε άλλα σημεία της πόλης, και η λέξη «νεκροταφείο» που χρησιμοποίησαν δύο επιχειρηματίες θα  αποτελέσει απτή πραγματικότητα για την πάλαι ιστορική πλατεία μας.