Η σφαγή της Χίου αναφέρεται στον σφαγιασμό δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων της Χίου από τον Οθωμανικό στρατό, πριν 200 χρόνια. Το γεγονός συνέβη στις 30 Μαρτίου του 1822.
Στη μνήμη αυτής της μαύρης μέρας, δημοσιεύουμε ένα μικρό απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Γιάννη Ρουσσουνέλου «Πιο γυμνοί κι από την Εύα», το οποίο πραγματεύεται τη σφαγή στη Χίο και τη δημιουργία της Ερμούπολης από τους καταδιωγμένους Χιώτες βασικά, εκείνους που ξέφυγαν από το μαχαίρι του Τούρκου και κατέφυγαν στη Σύρο.
(Το βιβλίο κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2009)

Έφτασαν, επιτέλους, στο δρόμο της παραλίας. Αυτός βρισκόταν σε καλύτερη κατάσταση, αλλά και πάλι οι λακκούβες και οι πέτρες δεν άφηναν πολλά περιθώρια να τρέξουν περισσότερο.
Ο ήλιος κατηφόριζε προς τη δύση. Είχε βγει από το μαύρο σύννεφο, που του έπλεξε ένα χρυσαφένιο στεφάνι, κραυγαλέα αντίθεση με τη μαυρίλα του, και κατηφόριζε αργά προσπερνώντας πότε πότε άλλα σύννεφα που προσπαθούσαν να του κόψουν το δρόμο.
Οι ανάσες κρατήθηκαν. Τους φάνηκε ή ήταν πραγματικό το ποδοβολητό αλόγων που ακουγόταν να πλησιάζει; Να ήταν ο Αλέξης; Ίσως, αλλά τότε θα έπρεπε να ήταν κι άλλοι μαζί του, καταδιωγμένοι κι αυτοί, γιατί το ποδοβολητό μαρτυρούσε πως οι καβαλάρηδες ήταν περισσότεροι από έναν.
Τα χείλη έσφιξαν πάλι. Η άμαξα εξακολουθούσε το μόχτο να καβαλήσει τις πέτρες στο δρόμο και έτριζε, βγάζοντας ένα ζωηρό στριγκό ήχο σε κάθε λακκούβα που περνούσε πισωκαθίζοντας.
Η φωνή ακούστηκε άγρια ανάμεσα από το ποδοβολητό, σαν να έβγαινε κατευθείαν από τον Άδη.
«Γιουνανλιλάρλα… Γιουνανλιλάρλα…»
Το αίμα πάγωσε στις φλέβες όλων. Τα γκέμια στα χέρια του Στρατή έγιναν πυρωμένα σίδερα και τον έκαιγαν.
«Γιουνανλιλάρλα… Γιουνανλιλάρλα… Ντουρ… ντουρ, απτάλ…»
Ο Στρατής ήξερε καλά τα Τούρκικα. Είχε εξασκήσει το επάγγελμά του για ένα διάστημα στην Πόλη και στη Σμύρνη. Δεν ξεχώριζε τους ανθρώπους ούτε τον πόνο. Έμαθε τη γλώσσα για να μπορεί να βοηθάει και τον Τούρκο όποτε τον
χρειαζόταν.
«Λένε πως είμαστε Έλληνες και θέλει να σταματήσουμε», μετέφρασε γρήγορα τις λέξεις που ακούγονταν εξακολουθητικά, αποφεύγοντας να μεταφράσει την τελευταία με την οποία ο Τούρκος τον αποκαλούσε ηλίθιο.
«Κρατήστε την ψυχραιμία σας και χαμηλά τα κεφάλια»
Τέντωσε τα γκέμια και το άλογο, αφού ορθώθηκε πάλι στα πίσω πόδια, σταμάτησε ρουθουνίζοντας. Το ψυχρό αεράκι έγινε με μιας παγωμένο και φώλιασε κατευθείαν στις ψυχές τους.
Τρεις Τούρκοι πάνω στα άλογα σταμάτησαν περιμετρικά δίπλα στην άμαξα. Τώρα η αγωνία έγινε τρόμος. Οι στολές τους, μέχρι το σαρίκι ή το φέσι που φορούσαν, έσταζαν ακόμη αίμα.
«Μπουοτομπουσούνσονντουραγίνερεντέ», γρύλισε ο ένας κοιτάζοντας άγρια τον Στρατή, που μετέφρασε μέσα του τα λόγια «Εδώ είναι το τέρμα της γραμμής», χωρίς να τολμήσει να κάνει τη μετάφραση φωναχτά.
«Το τέλος της γραμμής», λοιπόν. Έτσι, απλά, ξερά τους ανακοινώνει το τέλος της γραμμής τους λες και φτάσανε με μια άμαξα στον τελικό προορισμό της ζωής.
Κανείς δεν έβγαζε μιλιά. Τα πόδια ήταν κομμένα και τα μηλίγγια χτυπούσαν δυνατά, σαν να ήθελαν με τους χτύπους να σπάσουν τα τοιχώματα που τα κρατούσαν φυλακισμένα και να φύγουν.
«Βαλιζλερινίζχάνγκισι;» Η φωνή τώρα ήταν πιο μαλακωμένη, αλλά φαινόταν πως το μαλάκωμα ήταν περιτύλιγμα σε πικρό προϊόν.
«Ζητάει να του δείξουμε τις αποσκευές μας», μετέφρασε πάλι ο Στρατής καταλαβαίνοντας πού το πήγαινε ο Τούρκος. Αντί να ψάχνει για κοσμήματα και χρήματα, θα του τα έδιναν έτοιμα και μετά…
Με χαμηλωμένο πάντα το κεφάλι κατέβηκε αργά από την άμαξα. Ένιωσε τις καυτές αναπνοές των αλόγων και ένα ρίγος τον διαπέρασε. Τι μπορούσε να κάνει; Πώς μπορούσε να αντιδράσει; Κι αν κέρδιζε χρόνο, ποιο το όφελος;
Πήγε στο πίσω μέρος και έπιασε τις κούτες με τα υπάρχοντα που κατάφεραν να πάρουν μαζί τους, αλλά δεν πρόλαβε να τις κατεβάσει.
Η φωνή της μάνας του, της αρχόντισσας Χριστίνας Αυγερινού (γι’ αυτήν άκουγε η κόρη του) ακούστηκε αυστηρή και σχεδόν εξωπραγματική.
«Μην τους δώσεις τίποτα, Στρατή. Έτσι κι αλλιώς θα τα πάρουν που θα πάρουν. Θα μας σκοτώσουν που θα μας σκοτώσουν. Ας πεθάνουμε τουλάχιστον με αξιοπρέπεια. Ας μη μας δούνε αυτά τα σκουλήκια να γινόμαστε ένα μ’ αυτά»
Ο Στρατής πάγωσε στη θέση του. Ο Τούρκος, που τον είχε πάρει στο κατόπι πάνω στο άλογο, ξαφνιάστηκε. Σίγουρα δεν κατάλαβε λέξη από όσα είπε η γριά αρχόντισσα, αλλά από το ύφος της συμπέρανε ότι τους έβριζε.
Έστρεψε πίσω το άλογο και στάθηκε απέναντί της γελώντας ειρωνικά με το χέρι να πιάνει τη λαβή του σπαθιού στη μέση του.
Και τότε εκείνη σηκώθηκε, όρθωσε το γέρικο κορμί της πάνω στην ανοιχτή άμαξα και έφτυσε τον Τούρκο κατάμουτρα.
Ούτε που κούνησε εκείνος, λες και περίμενε την αντίδρασή της.
Έβγαλε αργά το γιαταγάνι από τη μέση του και το σήκωσε πάνω από τη γριά, που εξακολουθούσε να τον κοιτάζει αγέρωχα προκαλώντας με μια καταπληκτική αναίδεια το θάνατο.
Το γιαταγάνι έκανε ένα ημικύκλιο στον αέρα και έπεσε με δύναμη στο λαιμό της. Το κεφάλι τινάχτηκε σαν κάτι ξένο, που στεκόταν στους ώμους της και έπεσε, ενώ αμέσως ακολούθησε την πτώση και το σώμα με το αίμα να τινάζεται σαν σιντριβάνι ραντίζοντας καυτό τα παγωμένα κορμιά των άλλων μαρτύρων.
Η Χριστίνα έβγαλε μια υστερική φωνή και όρμησε έξω από την άμαξα. Σκόνταψε στο άψυχο σώμα της γιαγιάς της, ούρλιαξε και κυλίστηκε σχεδόν στο έδαφος σπαρταρώντας σαν το ψάρι.
Ο Στρατής συνήλθε. Το αίμα που τον έπνιγε υποχώρησε λίγο και τα μάτια του ξεθόλωσαν. Είδε τη γυναίκα και το γιο του μαρμαρωμένους πάνω στην άμαξα και την κόρη του να ουρλιάζει έξω από αυτήν.
Έκανε ένα βήμα μπροστά και τότε αισθάνθηκε ένα κάψιμο στο πίσω μέρος του κεφαλιού, καθώς το κοντάκι του όπλου ενός άλλου Τούρκου έπεφτε με δύναμη κοντά στο λαιμό και σωριάστηκε αναίσθητος στο χώμα.
Ο Τούρκος, ικανοποιημένος από τις επιδόσεις του στο σπαθί, το πέρασε πάλι στη μέση, έτσι ματωμένο και κατέβηκε από το άλογο. Πλησίασε τη Χριστίνα που χτυπιότανε στο έδαφος και σηκώνοντας το χέρι του το κατέβασε με όση δύναμη μπορούσε στο πρόσωπό της.
Το δυνατό χτύπημα τη συνέφερε. Είδε το αγριεμένο πρόσωπο πάνω της και γαντζώθηκε από το χώμα προσπαθώντας να ξεφύγει. Τα μάτια του Τούρκου γυάλιζαν. Την ήξερε αυτήν τη γυαλάδα. Την έβλεπε ταχτικά, αφότου μεγάλωσε, στα μάτια των ανδρών, όταν την κοίταζαν και της έλεγαν με τον τρόπο τους πόσο πολύ την ποθούσαν.
Τούτο το βλέμμα, όμως, δεν ήταν το ίδιο με εκείνα που έβλεπε μέχρι χτες. Ήταν διαφορετικό. Δεν είχε μέσα του μόνο τον πόθο αλλά και τη σκιά του θανάτου. Πόθος και θάνατος ανάκατα μαζί, συντροφεμένοι.
Σύρθηκε ξανά στο χώμα. Τα χέρια της έγιναν ένα μαζί του σαν να του ζητούσαν προστασία.
Ο Τούρκος κάθισε πάνω της. Ένιωσε το βάρος του κορμιού του στα πόδια της και η μυρωδιά του αίματος της έφερε ναυτία. Σήκωσε τα χέρια για να προστατευτεί, αλλά ένιωσε δυο άλλα χέρια, του δεύτερου Τούρκου, να την ακινητοποιούν. Ο τρίτος είχε βγάλει την πιστόλα και σημάδευε τη μάνα και τον αδελφό της, που κοιτούσαν έντρομοι τη σκηνή.
Φώναξε «βοήθεια», αλλά φωνή δε βγήκε από το στόμα της. Πνίγηκε κι αυτή προτού καταφέρει να γίνει λέξη.
Τα χέρια του Τούρκου άρπαξαν την άσπρη πουκαμίσα και την άνοιξαν βίαια. Τα κουμπιά που τη συγκρατούσαν έσπασαν, όπως έσπασαν και τα κουμπιά από το μπλε γιλέκο. Τα στήθη της, λευτερωμένα, κάτασπρα, ορθώθηκαν και το στόμα του δυνάστη της έπεσε πάνω τους. Σάλια και αίματα ανάκατα βεβήλωσαν το κορμί της.
Δεν άντεχε. Ήθελε να κάνει εμετό, ήθελε να φωνάξει, ήθελε να πεθάνει, αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν ερχόταν βολικά. Ο Τούρκος τώρα έβαλε τα χέρια κάτω από το φόρεμα, βρήκε τη μεταξωτή βράκα και την κατέβασε με την ίδια βιασύνη.
«Οροσπού… οροσπού…», γρύλιζε αγκομαχώντας «Οροσπού… οροσπού…» και ήταν γνώριμη η λέξη αυτή στη Χριστίνα. Άκουγε τους Τούρκους να τη χρησιμοποιούνε συχνά για τις κοινές γυναίκες κάθε φορά που πήγαιναν να ξεσπάσουν τα πάθη πάνω τους, πληρώνοντας τις στιγμές της απόλαυσής τους με λίγα γρόσια.
Έκλεισε τα μάτια. Ο κόσμος γύριζε. Τα χαχανητά των δυο άλλων Τούρκων που παρακολουθούσαν και σίγουρα περίμεναν τη σειρά τους να τρυγήσουν στο κορμί της, έμοιαζαν να έρχονται από κάπου μακριά. Κάπου που η ίδια ήταν εντελώς ξένη και ό,τι γινόταν πάνω της δεν είχε σχέση με την ίδια.
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Να τέλειωνε αυτό το μαρτύριο, να τη σκότωναν, να λευτερωνόταν.
Τυχερή η γιαγιά της. Έφυγε και δεν πονούσε πια, δε φοβόταν, δεν έβλεπε τον εξευτελισμό και την ταπείνωση της εγγονής της.
Ο Τούρκος κατέβασε το παντελόνι του και ένιωσε στα γυμνά της πόδια τη φύση του ορθωμένη να ψάχνει την είσοδο για την ηδονή του και την απόλυτη ταπείνωσή της.
Ο πυροβολισμός που ακούστηκε την τίναξε σύγκορμη. Σπαρτάρισε πάλι το σώμα και η ψυχή της. Ποιον δικό της θα έβλεπε αυτήν τη φορά να πέφτει βουτηγμένο στο αίμα;
Δεν τόλμησε να ανοίξει τα μάτια.
Άκουσε την πνιχτή φωνή, μετά τον πυροβολισμό κι έπειτα έναν χτύπο και έναν δεύτερο σαν να χτυπούσε κάποιος με δύναμη ένα κούτσουρο για να το σκίσει στα δυο. Ένιωσε τον Τούρκο να βαραίνει ακόμα περισσότερο, καθώς ξάπλωνε απότομα πάνω της. Το βάρος του της έκοψε τον αέρα και την αναπνοή.
































